Μάκβεθ: Ο φόνος σαν όρος επαλήθευσης του τραγικού πεπρωμένου

16/5/2017

Τον Μάκβεθ του Σαίξπηρ διαβάσαμε με μεγάλη ευχαρίστηση στην υποδειγματική και βαθύτατη μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά (εκδόσεις Κέδρος). Ο Μάκβεθ είναι η συντομότερη τραγωδία του Σαίξπηρ. Συνίσταται στις πέντε πράξεις ενός «εφιάλτη», που αρχίζουν και τελειώνουν εν ριπή οφθαλμού. Ο Μάκβεθ είναι στρατηγός στον στρατό του Σκότου βασιλιά Ντάνκαν και θέλει να καταλάβει την εξουσία· για να το πετύχει αυτό θα διαπράξει μια σειρά από φόνους -τον έναν μετά τον άλλον-, ύστερα από προτροπή της γυναίκας του, της Λαίδης Μάκβεθ. Στο τέλος της τραγωδίας θα πεθάνει από το χέρι του ευγενούς Μάκνταφ, αφού οι φόνοι του θα έχουν αποκαλυφθεί.

Ο Μάκβεθ έχει καταπνίξει μια επανάσταση και είναι δυνατόν να γίνει βασιλιάς, και έτσι πρέπει να γίνει - επιταγή της μοίρας. Δολοφονεί γι' αυτόν τον λόγο τον νόμιμο ηγεμόνα Ντάνκαν. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό· πρέπει να δολοφονήσει και τους μάρτυρες του εγκλήματος αλλά και όσους υποψιάζονται κάτι γι' αυτό, κι όχι μόνον αυτούς αλλά και τους γιους και τους φίλους εκείνων που δολοφόνησε. Τελικά πρέπει να σκοτώσει τους πάντες, γιατί όλοι είναι εναντίον του. Ηταν ένα πεπρωμένο που ο ίδιος δεν επέλεξε - το αποφάσισαν οι πανούργες μάγισσες, οι μοίρες, και του το επιβάλλουν, απόφαση που θα υλοποιηθεί μέσα από τη μεσολάβηση της γυναίκας του Λαίδης Μάκβεθ, δημιουργώντας έτσι ακόμη έναν καταραμένο ανάμεσα στους τόσους μεταξύ των δυστυχισμένων που έζησαν - και που θα ζήσουν.

Το θέμα της εξουσίας είναι το κεντρικό στην εν λόγω τραγωδία, με το οποίο συνέχονται και τα άλλα θέματα του έργου, που είναι ο φόνος και ο φόβος. Ολα μαζί συνθέτουν ένα ερώτημα που απασχόλησε τους ανθρώπους από καταβολής κόσμου: το θέμα του πεπρωμένου. Ο Μάκβεθ δεν είναι πραγματικό πρόσωπο, μα μια φιγούρα που υποβαστάζει το ασήκωτο πεπρωμένο της τελικής κατάρρευσης ύστερα από μια τραγική κορύφωση και φριχτό μαρτύριο του ίδιου του Μάκβεθ.

Το σχήμα δεν θα 'ταν τόσο δραματικά φορτισμένο αν ο Μάκβεθ δεν ήξερε τι τον περιμένει· ο Μάκβεθ γνωρίζει την προφητεία, και στο βάθος τη φοβάται, όπως συμβαίνει με όλους τους καταραμένους, μα πιστεύει πως τούτη δεν θα πραγματοποιηθεί - πως κάτι τέτοιο είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να γίνει. Σε μεγάλο βαθμό θέλει να πιστεύει κάτι τέτοιο, ο φόβος όμως του σχίζει τα σωθικά, τον συνθλίβει, καθώς ο ένας φόνος ακολουθεί τον άλλον, και ο Μάκβεθ κατευθύνεται προς τη μεγάλη του αλήθεια: την προαποφασισμένη του κατάρρευση, με τρόπο εφιαλτικό και σε ρυθμό εφιάλτη: όλοι θα 'ναι εναντίον του, θα βαδίσει καταπάνω του ένα δάσος και ο άνθρωπος που δεν γεννήθηκε από γυναίκα θα τον σκοτώσει.

Ο άνθρωπος αυτός θα 'ναι «ο δίκαιος Μάκνταφ»· ο άνθρωπος που «έσκισαν την κοιλιά της μάνας του για να τον βγάλουν από μέσα», φέρνει στο φως μια ασύλληπτη πραγματικότητα: ο φόνος μπορεί να 'ναι μια δίκαιη πράξη αν μέσα απ' αυτόν σκοτώνεται το κακό (ας θυμηθούμε τους αλλεπάλληλους φόνους του Αμλετ) ή και σε μία άλλη περίπτωση: όταν ο φόνος είναι όργανο της ιστορίας, αυτών που μέσα από τη μεγάλη πορεία των ανθρώπων πρόκειται να κυριαρχήσουν ιστορικά και πολιτικά και να νομιμοποιήσουν έτσι την κατοχή της εξουσίας.

Οπως σημειώνει ο Jan Kott στο δοκίμιό του για τον Μάκβεθ, ο φόνος συνιστά μια τελείως ιδιαίτερη «γνώση». Οποιος δεν έχει σκοτώσει είναι κατά μία έννοια παρθένος - μια παρθενία που θυμίζει την κατάσταση των πρωτόπλαστων στον Παράδεισο, προτού γευθούν τον απαγορευμένο καρπό της γνώσης. Μετά τον πρώτο φόνο ο φονιάς γίνεται μέτοχος μιας γνώσης ασύλληπτης όσο και δυσβάσταχτης: έχει αποκτήσει ένα άνευ προηγουμένου δικαίωμα πάνω στον άλλον· του 'χει πάρει ό,τι πολυτιμότερο έχει, κάτι που ο ίδιος ο φονιάς ποτέ δεν θα πίστευε πως θα 'ταν δυνατόν να συμβεί, προτού διαπράξει τον φόνο. Τώρα όμως έχει πάρει έναν δρόμο χωρίς επιστροφή, και κάτι που έγινε μία φορά μπορεί και να επαναληφθεί - πολύ περισσότερο αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι. Αυτή είναι η κατάσταση του Μάκβεθ μετά τον πρώτο φόνο.

Πολύ συχνά έχουν προσεγγίσει τη φιγούρα του Μάκβεθ σαν να 'ταν αυτός ένας ειδεχθής δολοφόνος. Παρ' όλο που ο Μάκβεθ μετατρέπεται σε τέτοιον, στην ουσία τους φόνους τούς διαπράττει παρά τη θέλησή του. Ο Μάκβεθ ενεργεί ύστερα από παρότρυνση της γυναίκας του - ηθικό εξαναγκασμό μέσα από ψυχολογική πίεση αποτελεί στην ουσία αυτό που κάνει η Λαίδη Μάκβεθ, αφού όχι μόνον τον παροτρύνει αγγίζοντάς τον στην ανδρική του αξιοπρέπεια, του θέτει προ οφθαλμών το υψηλό του καθήκον -ένα πραγματικό όραμα για το ζεύγος Μάκβεθ-, για το οποίο είναι προορισμένος: το να βασιλέψει.

Ο Μάκβεθ εμφανίζεται παντελώς ανίσχυρος ν' αποφασίσει κάτι άλλο από αυτό που τελικά αποφασίζει, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού στα χέρια του Σαίξπηρ ο Μάκβεθ έρχεται να στήσει το σκηνικό μιας τραγωδίας ασύλληπτης: ο Μάκβεθ -μια φιγούρα και τίποτε άλλο- γεννήθηκε κι έζησε κουβαλώντας τη βαριά προφητεία- απόφαση των μαγισσών: να βασιλέψει και υλοποιώντας έναν εφιάλτη στην καθαρότερή του μορφή, να σκοτώσει και να πεθάνει. Εδώ δεν υπάρχουν πεδία μάχης ούτε στρατοί με πολεμιστές -εκτός από τον στρατό που θα βαδίσει στο τέλος του έργου απέναντι στον Μάκβεθ-, μα μόνον αίθουσες όπου διαπράττονται οι φόνοι.

Ο Μάκβεθ σκοτώνει όχι μόνον τους πολιτικούς του αντιπάλους, μα και «τον ύπνο», και δεν μπορεί να κοιμηθεί. Επίσης όταν είναι ξύπνιος υποφέρει ανεπανόρθωτα γιατί φοβάται. Τελικά όμως -ένα από τα μεγαλύτερα δυνατά χτυπήματα της μοίρας- η γυναίκα του η Λαίδη Μάκβεθ πεθαίνει πριν απ' αυτόν, αφήνοντάς τον απροστάτευτο.

Τα θέματα του Μάκβεθ, η πολιτική εξουσία, ο φόνος και ο φόβος, δεν θα συνέχονταν νοηματικά αν αυτά τα θέματα δεν συγκροτούσαν μια αριστουργηματική τραγωδία δίχως τελική κάθαρση, τραγωδία που αντλεί την τραγικότητά της από το μείζον θέμα του έργου, θέμα που υποβαστάζει την πλοκή αδιάλειπτα: το θέμα του τραγικού πεπρωμένου του Μάκβεθ, πεπρωμένο που σαν τέτοιο είναι προδιαγεγραμμένο και αναπόφευκτο.

Ισως να μην έχει υπάρξει άνθρωπος που περπάτησε στον κόσμο αυτό, ο οποίος να μην προβληματίστηκε έστω και σε μία μονάχα στιγμή της ζωής του όσον αφορά το ποια θα είναι η μοίρα του, το πεπρωμένο του. Τούτη η σκέψη που απασχόλησε ολόκληρη την ανθρωπότητα και όσον αφορά το δικό της πεπρωμένο, προβλημάτισε τους ανθρώπους σ' όλες ανεξαιρέτως τις εποχές -ας θυμηθούμε τις τόσες «προφητείες» που έχουν διατυπωθεί και που αφορούν την κατάληξη της ανθρωπότητας-, και το πιθανότερο είναι να μην πάψει ποτέ ν' απασχολεί τους ανθρώπους, τουλάχιστον ως απλό ερώτημα ή σκέψη. Η αίσθηση πως η ζωή και η πραγματικότητα δεν ελέγχονται και δεν καθορίζονται από τον ίδιο τον άνθρωπο, αλλά π.χ. από τη θέση και την πορεία των άστρων, είναι μια πολύ βαθιά αίσθηση όσο και φόβος του ανθρώπου από αρχαιοτάτων χρόνων. Το θέμα του πεπρωμένου έρχεται να το συναντήσει, καθώς πάντα το ακολουθεί από πολύ κοντά, το θέμα της πρόβλεψης ενός μέλλοντος που μπορεί να είναι και δυσοίωνο -τότε πια μιλάμε για προφητεία.

Οταν ο Σαίξπηρ έγραφε τον Μάκβεθ και σχεδίαζε τη μορφή του ήρωα να καθοδηγείται από την πανούργα γυναίκα του, η οποία τον οδηγεί στην καταστροφή, έθετε άμεσα το θέμα της ανθρώπινης ευθύνης. Ο Μάκβεθ δεν μπορεί ν' αποφασίσει από μόνος του τι θα πράξει, οι πράξεις του τού υπαγορεύονται, βέβαια και αυτός ο ίδιος έχει επιθυμίες (να βασιλέψει, π.χ.), αυτές όμως οι επιθυμίες αντί να τον θέσουν προ των ευθυνών μιας ώριμης στάσης, τον μετατρέπουν σε τέλειο υποχείριο της γυναίκας του. Τούτη ακριβώς η αδυναμία του Μάκβεθ να ενεργήσει υπεύθυνα σηματοδοτεί και τον εγκλεισμό του στον κλοιό του τραγικού πεπρωμένου του.

Ο Μάκβεθ καταρρέει όχι μόνο δίχως να προβάλει καμία ιδιαίτερη αντίσταση, μα δίχως να διαφαίνεται το πώς θα 'ταν δυνατόν να αποσοβηθεί η τραγική κατάληξη του έργου. Το θέμα «της αυτοεκπληρούμενης προφητείας», γνωστής από την ψυχολογία -το να προκαλεί κανείς τη δυσάρεστη έκβαση σε μια κατάσταση μόνο και μόνο επειδή φοβάται το αναπόφευκτο της πρόβλεψης- φέρνει στον νου τις τόσες δυσοίωνες προβλέψεις -εκ μέρους ακόμα και διανοουμένων- όσον αφορά την κατάληξη της μεγάλης πορείας της ανθρωπότητας· και φαίνεται πως ο Σαίξπηρ στον Μάκβεθ επιχειρεί να συνθέσει μια αλληγορία για το πεπρωμένο της ανθρωπότητας η οποία μέσα από τα τόσα δεινά της ιστορίας της δεν έπαψε, ώς σήμερα, να δοκιμάζεται. Και πράγματι, από τον κλοιό «της αυτοεκπληρούμενης προφητείας» απελευθερώνεται κανείς μονάχα αν μπορέσει μέσα από μια δύσκολη πορεία αυτογνωσίας και συνειδητοποιήσεων να φτάσει ν' αναγνωρίσει και να επιλέξει λύσεις καλύτερες από «τις δυσοίωνες» που κάποτε ο ίδιος επέλεγε - έχοντας την ψευδαίσθηση πως του επιβάλλονταν. Αυτός ίσως είναι και ο δρόμος για την πραγματική ωρίμανση του ανθρώπου και ίσως και το ζητούμενο για να μπορέσει μια ολόκληρη κοινωνία ν' αναλάβει πραγματικά τις ευθύνες της.

Ο άνθρωπος που δεν τον γέννησε γυναίκα, ο Μάκνταφ, θα μιλήσει τη γλώσσα «μιας νέμεσης», μιας βούλησης που επιβάλλεται «άνωθεν», και ο Μάκβεθ θα πεθάνει, όχι όμως και οι κάτοικοι τούτου του κόσμου που σμίλευσαν τον Παρθενώνα και τις Πυραμίδες, που κάποια στιγμή θ' αποφασίσουν αυτεξούσιοι για τη μοίρα τους.

Ούλλιαμ Σαίξπηρ
Μάκβεθ

μτφρ.: Γιώργος Χειμωνάς
κείμενο: