«Το βιβλίο της Ανησυχίας» του Φερνάντο Πεσσόα

 28/4/2017


«Δεν έκανα τίποτα άλλο από το να ονειρεύομαι.
Αυτό ήταν, και μόνο αυτό, το νόημα της ζωής μου. Ποτέ δεν είχα άλλη πραγματική ενασχόληση πέρα από την εσωτερική μου ζωή. Οι μεγαλύτερες συμφορές της ζωής μου σβήνουν όταν ανοίγοντας το παράθυρο μέσα μου μπορώ και τις ξεχνώ κοιτάζοντας την αδιάλειπτη κίνηση εντός μου. Ποτέ δεν θέλησα να είμαι τίποτα άλλο πέρα από ονειροπόλος.
Σε όποιον μου είπε να ζήσω δεν έδωσα ποτέ σημασία. Ανήκα ανέκαθεν σ' αυτό που δεν είναι όπου είμαι και σ' αυτό που ποτέ δεν μπόρεσα να είμαι. Ό,τι δεν είναι δικό μου, όσο ταπεινό και να είναι, είχε πάντα ποίηση για μένα. Ποτέ δεν αγάπησα άλλο από το τίποτα. Ποτέ δεν επιθύμησα άλλο από αυτό που δεν μπορούσα να φανταστώ.
Από τη ζωή τίποτα άλλο δεν ζήτησα πέρα από το να περάσει από μέσα μου χωρίς να την αισθανθώ. Από την αγάπη το μόνο που ζήτησα ήταν να μείνει για πάντα ένα όνειρο μακρινό. Από τα εσωτερικά μου τοπία, όλα τους μη πραγματικά, αυτό που με είλκυε ήταν το μακρινό, και τα τοξωτά γεφύρια που έσβηναν, σχεδόν στην απόσταση των τοπίων των ονείρων μου, είχαν μια γλυκύτητα ονείρου σε σχέση με άλλα μέρη του τόπου -μια γλυκύτητα που μ' έκανε να τ' αγαπώ.
Η μανία μου να δημιουργώ έναν κόσμο ψεύτικο με συνοδεύει ακόμα, και μόνο με τον θάνατό μου θα μ' εγκαταλείψει».
Απόσπασμα από Το βιβλίο της ανησυχίας του Φερνάντο Πεσσόα, εκδόσεις Εξάντας.

Πηγή
Read More »

Μια δίκη σε έναν κοινωνικό λήθαργο

26/4/2017 

 

Στην πολύ ενδιαφέρουσα σειρά ξένης κλασικής λογοτεχνίας των εκδόσεων Μίνωας που ξεχωρίζει για τις πολύ καλές μεταφράσεις και την αισθητική της διαβάσαμε το βιβλίο Η δίκη του Φραντς Κάφκα που κυκλοφόρησε πρόσφατα.
.

 Γραμμένη περισσότερο από έναν αιώνα πριν, Η δίκη είναι ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα. Διαβάζοντάς το, ερχόμαστε σε επαφή με μια κοινωνία που επικρατεί ταυτόχρονα το χάος και ο φόβος, μια παραβολή που εκφράζει την αγωνία και την αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου.

Ξαφνικά και χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει ο τραπεζικός υπάλληλος Γιόζεφ Κ. μια μέρα συλλαμβάνεται. Και ενώ στην αρχή φαίνεται να είναι όλα μια παρεξήγηση, η λύση της οποίας θα δοθεί πολύ σύντομα, μέχρι την κορύφωση της πλοκής του αυτό που κυριαρχεί η απόγνωση.

Κάτι όμως που φαίνεται τόσο εύκολο να επιλυθεί συναντά απίστευτες δυσκολίες: ολόκληρο το δικαστικό σύστημα είναι αθέατο και το μόνο που επικρατεί είναι μια γραφειοκρατία που κρατάει σε συνεχή απασχόληση τον πρωταγωνιστή απομακρύνοντάς τον από οποιαδήποτε επίλυση του προβλήματός του. Αυτό που νιώθει προοδευτικά είναι να τον πνίγει η κατάσταση αυτή ενώ και η ενοχή του μοιάζει πλέον βέβαιη.
Διαβάζοντάς κατάλαβα γιατί θα πρέπει ως αναγνώστες να είμαστε κοντά στα κλασικά κείμενα. Αυτό το μυθιστόρημα, γραμμένο το 1914 είναι ικανό να ξυπνήσει συναισθήματα: συμπάθεια, φόβο, θυμό, πολύ θυμό ακόμη και σήμερα, για όλα αυτά που περνάμε ως κοινωνία, για τις τρικλοποδιές που βάζουμε σε ανθρώπους αδύναμους, που δεν έχουν το σθένος να υπερασπίσουν τον εαυτό τους.
Ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ. Ως αναγνώστες απλά δεχόμαστε τα λόγια του. Ασυναίσθητα παίρνουμε το μέρος του Γιοζεφ. Πώς γνωρίζουμε ότι όντως είναι αθώος; Ολόκληρη η πλοκή του βιβλίου βασίζεται στο ότι παίρνουμε ως δεδομένη την αθωότητά του. Αυτό δεν έχει να κάνει με το περιεχόμενό του και όλα αυτά που μπορεί να μας θίγει ως κοινωνία αλλά ως ένα ακόμη στοιχείο της μυθιστοριογραφίας: η απλή αποδοχή της γνώμης των πρωταγωνιστών ενός βιβλίου. Δεν είναι ενδιαφέρον;
"Ποιος με κατηγορεί; Ποια δημόσια αρχή έχει κινήσει τη διαδικασία εναντίον μου; Είστε υπάλληλοι του κράτους; Κανείς σας δεν φοράει στολή, εκτός κι αν τα ρούχα που φοράτε θεωρούνται στολή, πρόκειται όμως μάλλον για ταξιδιωτική περιβολή.
Πού ήταν ο δικαστής, που δεν τον είχε δει ποτέ; Πού ήταν το Ανώτατο Δικαστήριο, στο οποίο δεν κατάφερε να φθάσει ποτέ;"
Αξίζει να επισημάνουμε ότι ο Φραντς Κάφκα δεν επιθυμούσε το έργο του να δημοσιευθεί. Ένας πολύ καλός του φίλος μπόρεσε και το έσωσε, επιτρέποντάς μας να το διαβάσουμε. Κάποια από τα κεφάλαια της «δίκης» ήταν ανολοκλήρωτα και πρώτη φορά βλέπουν το φως της δημοσιότητας στην έκδοση των εκδόσεων Μίνωας.

Πηγή
Κείμενο: Βασίλης Γρετσίλας
Read More »

Έγκλημα και τιμωρία, Φιοντόρ Ντοστογιέβσκι


Όλα, ακόμα και το έγκλημά του, η καταδίκη του και η φυλακή,
του φαίνονταν τώρα σαν ένα ξένο, παράξενο γεγονός,
που δεν είχε καμιά σχέση μαζί του.
Δεν μπορούσε όμως να σκεφτεί τίποτα για πολλή ώρα εκείνο το βράδυ
κι ούτε μπορούσε ν’ αναλύσει ή να συνειδητοποιήσει. Απλώς αισθανόταν.
Η ζωή είχε μπει στη θέση της διαλεκτικής και κάτι εντελώς διαφορετικό άνοιγε τώρα
το δρόμο του μες το μυαλό του.

Από τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου είναι το παραπάνω απόσπασμα -όταν πια ο κύκλος του εγκλήματος του Ρασκόλνικοφ έχει κλείσει- κι όλο το περιεχόμενο του μυθιστορήματος θαρρείς συνοψίζεται σ’ αυτές τις λίγες γραμμές. Το έγκλημα και η υπέρβασή του· η υπέρβαση της εσωτερικής πάλης· το πέρασμα της συνείδησης σ’ ένα άλλο επίπεδο όπου είναι κυρίαρχη η δύναμη της ζωής. Ο αναγνώστης αφήνει τον ήρωα στη φυλακή όπου έχει οδηγηθεί μετά από αυτόβουλη ομολογία, αλλά είναι πια λυτρωμένος, πνευματικά ελεύθερος.

Τα πράγματα βέβαια δεν είναι τόσο μονοδιάστατα στα έργα του Ντοστογιέφσκι· έτσι κι εδώ, το κείμενο κινείται σε πολλά επίπεδα και οι ήρωες ξεδιπλώνουν αβίαστα όλες τις αντιφάσεις τους. Ο Ρασκόλνικοφ δεν είναι ένας συνηθισμένος εγκληματίας και η μεταστροφή του δεν είναι μια χριστιανικού τύπου μετάνοια. Αν κι ο Ντοστογιέβσκι επιτρέπει ΚΑΙ αυτή την ανάγνωση. Όμως κατά τη γνώμη μου προχωρά πολύ περισσότερο, και σε πλάτος και σε βάθος. Σε πλάτος γιατί υπάρχει μια περιρρέουσα κοινωνική κατάσταση και ιδεολογία που θέτει ηθικά διλήμματα (του τύπου «αξίζει να θυσιαστεί/φονευτεί μια ζωή –μια ψείρα- ένα εγκληματάκι για να γίνουν πολλές αγαθοεργίες;», «υπάρχουν ζωές που αξίζουν περισσότερο από άλλες;», "υπάρχουν κάποια “εξαιρετικά” άτομα, που έχουν απόλυτο δικαίωμα να κάνουν όλων των ειδών τις ατιμίες;»), στα οποία ο Ρασκόλνικοφ καλείται ν’ απαντήσει έμπρακτα· σε βάθος γιατί ο συγγραφέας προχωρά και ανατέμνει ψυχικές δομές της ανθρώπινης ύπαρξης «απαντώντας» αυτή τη φορά σε ερωτήματα όπως «η ψυχή του ανθρώπου αντέχει στο φόνο;» ή «η ψυχή του ανθρώπου αντέχει στην απόκρυψη της αληθινής της φύσης;», διεισδύοντας στις πιο εσωτερικές φωνές ενός προσώπου, πιο συγκεκριμένα του Ρασκόλνικοφ. Τέλος, «ζωγραφίζει», στήνει σκηνικά, σκιαγραφεί ανθρώπινους χαρακτήρες, μεταφέρει τον παλμό των κοινωνικών αντιθέσεων και τη μυρωδιά της πολιτικής κατάστασης στα χρόνια μετά τον Ναπολέοντα.

Ο Ρασκόνικοφ –σκόπιμα προφανώς- δεν έχει κοινωνικό κύρος, δεν εκπροσωπεί κάποια κοινωνική τάξη. Είναι ταπεινής καταγωγής, ένας «πρώην» φοιτητής, πολύ φτωχός, ακοινώνητος, περήφανος. Πολύ όμορφος αλλά κακοντυμένος και χλωμός. Χωρίς ξεκάθαρη πολιτική θέση ή ιδεολογία, θαυμαστής του Ναπολέοντα, σέρνει μια απελπισία στα όρια του μηδενισμού· ένας «φυγάνθρωπος», όπως τον χαρακτηρίζει ο Κ. Παπαγιώργης (Ντοστογιέβσκι, σελ. 233).

Αναποφασιστικότητα, δειλία, ντροπή, σιχασιά αλλά κι ερεθισμός και ένταση είναι τα παλλόμενα συναισθήματα του ήρωα όπως μας μεταφέρονται από την πρώτη κιόλας σελίδα. Η απόφαση έχει παρθεί αλλά η συνείδηση βρίσκεται σε σύγχυση. Ο ίδιος του ο φόβος, καθώς κατεβαίνει τις σκάλες έχοντας δρομολογήσει το έγκλημα, τον κάνει να απορεί: την ώρα που πάω να κάνω κάτι τόσο σοβαρό, να φοβάμαι αυτά τα τιποτένια! (…) ήθελα να’ ξερα. Τι να’ ναι αυτό που φοβούνται περισσότερο απ’ όλα οι άνθρωποι; Το καινούριο βήμα, την καινούρια δική τους λέξη. Αυτό είναι που φοβούνται πιο πολύ…Οι άνθρωποι οι εξαιρετικοί, κατά τον Ρασκόλνικοφ (όπως τουλάχιστον μαθαίνουμε στο τέλος του μυθιστορήματος από ένα άρθρο «Περί εγκλήματος» που έχει ήδη δημοσιεύσει) έχουν το χάρισμα και το ταλέντο να πουν στο περιβάλλον τους έναν καινούριο λόγο. Την καινούρια τάξη πραγμάτων, την καινούρια συνείδηση.
Η ταύτιση με τον ήρωα στην οποία μας καθοδηγεί βήμα-βήμα ο συγγραφέας, μας κάνει ν’ αγκαλιάζουμε με σχετική συμπάθεια τη γεμάτη ένταση ψυχή, κι αυτό γίνεται καθώς ακούμε συνέχεια την εσωτερική φωνή του, τον πολυφωνικό τρόπο με τον οποίο βιώνει κάθε εμπόδιο· ακούμε την αγωνία του πριν αλλά και μετά το έγκλημα. «Το εσώτατο σημείο όπου φωλιάζει ο ψυχισμός», όπως γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης στο «Ντοστογιέβσκι», σελ 239, «δεν είναι ένας ελεγχόμενος χώρος σιωπής αλλά ένα ακατάπαυστο μούρμουρο, ένα λαλίστατο ηχείο όπου αντηχούν οι φωνές των άλλων, που προκαλούν, κατηγορούν και διώκουν. Ο Ντοστογιέβσκι έβλεπε τη συνείδηση σαν μια κονίστρα αντιδικίας και μόνιμης λογομαχίας, έναν ανοίκειο χώρο πυκνοκατοικημένο από όλες τις δόλιες εκφάνσεις του «εγώ» και του «εσύ».

Πολλά είναι τα εξωτερικά στοιχεία που θα μπορούσαν να αιτιολογήσουν το έγκλημα: η φτώχεια, ο στρυφνός και αντιπαθητικός χαρακτήρας της γριας-εκμεταλλεύτριας, η οικτρή οικονομική κατάσταση της μητέρας και της περήφανης αδελφής που αναγκάζεται να «πουληθεί» για τους δικούς της ανθρώπους (το πράγμα είναι ολοφάνερο, για τον εαυτό της, για την άνεσή της, ακόμα και για να σώσει τον εαυτό της από το θάνατο, δε θα πουλιότανε, αλλά για τον άλλον, να που πουλιέται! Πουλιέται για ένα αγαπημένο της πρόσωπο, για ένα άτομο που λατρεύει. Αποθανέτω η ψυχή μου! Φτάνει αυτά τα πλάσματα που αγαπήσαμε να είναι ευτυχισμένα!) Όμως, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν προβάλλεται ιδιαίτερα. Τα στοιχεία αυτά λειτουργούν, υποθέτει ο αναγνώστης, όχι όμως ως καθοριστικά κίνητρα του ήρωα, αλλά ως παράγοντες που δεν τον εμποδίζουν να δράσει διαφορετικά. Ο Ντοστογιέβσκι μάς τον δείχνει να οδηγείται σχεδόν υπνωτισμένος προς το φόνο, σαν κάτι που «πρέπει» να γίνει, χωρίς να φωτίζει, χωρίς να εξηγεί, χωρίς να ερμηνεύει. Ο παντογνώστης αφηγητής πολύ σπάνια θα ερμηνεύσει, απλώς καταγράφει, διεισδύοντας όμως σε κάθε πτυχή της εσωτερικότητας του ήρωα. Κι ακόμα πιο αποπροσανατολιστικό είναι το στοιχείο μιας σπάνιας φιλευσπλαχνίας και ευαισθησίας που διακρίνει τον Ρασκόλνικοφ και ζωγραφίζεται στα επεισόδια με τον Μαρμελάντοφ, τη Σόνια, το νεαρό μεθυσμένο κορίτσι, τη στάση που κρατά απέναντι στην αδελφή του. Είναι φιλεύσπλαχνος και δίνει απλόχερα τα λιγοστά του χρήματα για να βοηθήσει. Κι όλα αυτά πριν το φόνο.
Μένει έτσι γυμνό, καθαρό το ιδεολογικό στοιχείο ως κίνητρο, που προοικονομείται στο πρώτο μέρος αλλά γίνεται πιο διαυγές στο δεύτερο μισό – ο ήρωας μένει «πιστός» στις ιδέες του περί εξαιρετικών ανθρώπων μέχρι τέλους, που πάει στη φυλακή. Και όχι, ούτε τότε μετάνιωσε, με τη χριστιανική σημασία του όρου.
Λοιπόν;
Γιατί σκότωσε ο Ρασκόλνικοφ;
Ούτε κι ο ίδιος ξέρει καλά καλά.
Αυτό που δίνει νόημα στην πράξη του είναι αυτό που ακολουθεί το φόνο, το χτίσιμο της συνείδησης γύρω από το ρήγμα που άνοιξε ο ίδιος στον εαυτό του.

Οδηγήθηκε στο φόνο σαν από κάποια αναγκαιότητα, σε μια κατάσταση οριακή ψυχικά και σωματικά, και εξαντλεί όλες του τις πνευματικές και σωματικές δυνάμεις για να μην αποκαλυφθεί. Κινείται στο «κόκκινο» και μαζί του συμπάσχουμε κι εμείς, όχι μόνο στη φονική πράξη αλλά και σε ό, τι ακολουθεί. Γιατί γρήγορα διαψεύδεται η αρχική του πεποίθηση ότι ο φόνος θα ολοκληρωθεί όταν απλά θα έχει συντελεστεί η πράξη. Ο διπλός φόνος (αναγκάστηκε να σκοτώσει και την αδερφή της γριας) κάθε λεπτό δίνει ώθηση σ’ ένα εφιαλτικό κυνηγητό προκειμένου να μην τον υποπτευτούν. Οι δοκιμασίες που περνά είναι απρόβλεπτες και ποικίλες: πιο απίθανη απ’ όλες η ομολογία του Νικολάι – μπογιατζή στον πρώτο όροφο- ότι εκείνος διέπραξε το φόνο! Κι ακόμα πιο απίθανοι οι ελιγμοί του δαιμόνιου ντετέκτιβ, του Πορφύρη, που σαν alter ego, παίζει το παιχνίδι του ποντικού με τη γάτα και βασανίζει την κουρασμένη συνείδηση του Ρασκόλνικοφ. Η «αστυνομική» πλοκή συναρπαστική, ακόμα και στο επίπεδο τί-ποιος- πού.

Μπορεί κάποιος να σταθεί στο ουσιαστικό θρησκευτικό στοιχείο, για την ακρίβεια στο απόσταγμα της χριστιανικής θεώρησης για τη ζωή (ο άνθρωπος αξίζει να ευτυχεί πάντα μέσα από τον πόνο) που αναμφισβήτητα υπάρχει στο έργο του Ντοστογιέβσκι κι ενσαρκώνεται μέσα από τον τύπο της γεμάτης αγάπη και αυταπάρνηση Σόνιας. Μπορεί επίσης κάποιος να δει την ιδεολογική πάλη της εποχής (μηδενισμός, επανάσταση, σοσιαλισμός, ριζοσπαστισμός: όλα εξαρτώνται από το περιβάλλον; Ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα; μπορούμε να θυσιάσουμε το άτομο για το κοινωνικό συμφέρον;). Ο Κ. Παπαγιώργης μιλά για τον αγώνα του Ντοστογιέβσκι κατά των ορθολογικών θεωριών (του σοσιαλισμού και του καθολικισμού μη εξαιρουμένων), που ουσιαστικά φυσικοποιούν τον άνθρωπο, τον εντάσσουν σε μια απαρέγκλιτη αναγκαιότητα στην οποία μόνο υποκύπτοντας μπορεί να επιβιώσει». Θα μπορούσε λοιπόν να στηρίξει κάποιος τη άποψη ότι ο Ντοστογιέβσκι, με εργαλείο τη λογοτεχνία, δηλαδή την αφήγηση βιωμένης εμπειρίας, αντικρούει αυτήν την αντίληψη.

Όλα αυτά τα επίπεδα ενυπάρχουν και διαπλέκονται. Όμως προτίμησα να εστιάσω στην περίπτωση καθαρά της ατομικής συνείδησης. Ο Ρασκόλνικοφ είναι ένας άνθρωπος που υψώνει την ελευθερία της βούλησης ενάντια σε ό, τι ο ίδιος θεωρεί κατεστημένο, που χωρίς κανένα φανερό καταναγκασμό –ούτε καν εξωτερικό κίνητρο-, επιλέγει «ελεύθερα», να διαπράξει τη βαρύτερη αμαρτία, δοκιμάζοντας τα όριά του. Πιστεύει ότι έχει το χάρισμα, τη δύναμη να ξεφύγει από το πεπρωμένο της ανωνυμίας και της μιζέριας. Προβαίνει στην πράξη-κλειδί, αλλά «ο φόνος φαίνεται να έχει πλήξει μέσα του ένα μυστικό κέντρο το οποίο δε μπορούσε πρωτύτερα να υποψιαστεί», κι όπως ο ίδιος ο Ντοστογιέβσκι γράφει στα Σημειωματάριά του, «μόνο μετά το έγκλημα αρχίζει η ηθική εξέλιξή του και εμφανίζεται η δυνατότητα ορισμένων ερωτημάτων που πρωτύτερα δεν υπήρχαν».
Ο φόβος της τιμωρίας αποδεικνύεται στην πορεία λιγότερο ισχυρός από το πάθος να καταλάβει τα αληθινά κίνητρα της πράξης του, την αλήθεια (δηλαδή τα όρια) της ύπαρξής του. Μπορεί να φοβάται, αλλά νιώθει αθώος. Ούτε μια στιγμή, στους ατέλειωτους εσωτερικούς μονολόγους δε φάνηκε να νιώθει φρίκη ή οίκτο για τα εγκλήματά του. Κρύβεται αλλά φανερώνεται κιόλας. Γεμάτος υπερένταση περιγράφει αναλυτικά, δυο μέρες μετά το φόνο, στον Ζομιότοφ απαντώντας στην ερώτηση «τι θα έκανε αν έπρεπε να κρύψει τα χρήματα» λέγοντας φαρδιά πλατιά την αλήθεια!
Ήξερε τι έκανε μα δε μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό του. Η τρομερή λέξη πήδαγε πάνω στα χείλη του. Λίγο ακόμα και θα του ξέφευγε, λίγο ακόμα και θα την πρόφερε!
-Κι αν τη σκότωσα εγώ τη γριά και τη Λισαβέτα; Πρόφερε ξαφνικά, και συνήλθε.
Αυτό που τον βασανίζει δεν είναι οι τύψεις, οι ενοχές ή η λύπηση, αλλά το ότι είναι δειλός (ελευθερία και εξουσία, εξουσία το σπουδαιότερο! Εξουσία πάνω σ’ όλα τα «τρέμοντα καθάρματα» και πάνω σ’ όλη τη μυρμηγκοφωλιά τους. Να ο σκοπός!). Κι αυτό που τον κάνει να μιλήσει στη Σόνια είναι η ανάγκη του να υπερβεί για μια ακόμα φορά τον εαυτό του (Σε χρειάζουμαι, γι αυτό ήρθα σε σένα (…) Μήπως κι εσύ δεν έκανες το ίδιο; Και συ επίσης παρέβης… είχες τη δύναμη να παραβείς. Σήκωσες το χέρι ενάντια στον εαυτό σου, κατάστρεψες μια ζωή…. Τη δική σου. Το ίδιο κάνει).
Η σκηνή της εξομολόγησης στη Σόνια είναι από τις πιο καθοριστικές στο δρόμο προς την αυτογνωσία. Η συνείδηση του εαυτού γίνεται μέσα από τη συναισθηματική ωρίμανση (άπειρα τα συναισθήματα που καταγράφονται σ’ αυτές τις οριακές στιγμές, έντονα και αλυσιδωτά) καθώς ο Ρασκόλνικοφ προσπαθεί να απαντήσει έλλογα στο «γιατί». Και είναι αλλεπάλληλα τα στρώματα των αιτίων, όλα έγκυρα και πραγματικά, αλλά η «αλήθεια» στη σύνθεσή τους, ρευστή και δυσδιάκριτη:
Ε, καλά, για να ληστέψω.
Ήθελα και να βοηθήσω τη μητέρα μου.
Ήθελα να γίνω Ναπολέοντας.
Το μόνο που έκανα ήταν που σκότωσα μια ψείρα, Σόνια, ένα άχρηστο, σιχαμένο, βρομερό ζωύφιο.
Κατάλαβα πως η εξουσία δίνεται μόνο στους ανθρώπους που τολμούν να σκύψουν και να την πάρουν.
Ήθελα να χω την τόλμη… και τη σκότωσα.
Ήθελα να ν’ ανακαλύψω τότε, κι όσο γινόταν πιο γρήγορα, αν είμαι μια ψείρα σαν όλους τους άλλους ή ένας άνθρωπος. Αν μπορούσα να δρασκελίσω πάνω από εμπόδια ή όχι, αν θα’χα την τόλμη να σκύψω και να πάρω τη δύναμη ή όχι, αν είμαι ένα τρέμον οντάριο.
Όχι, δε μπόρεσε να «πάρει τη δύναμη», αυτού του είδους τη δύναμη. Μέχρι λίγο πριν το τέλος του βιβλίου καταλογίζει στον εαυτό του δειλία και αποτυχία. Ο εγωισμός του είχε τσακίσει. Η εξοργισμένη του συνείδηση δε βρήκε καμιά τρομερή ενοχή στο παρελθόν του, εχτός ίσως από μια αποτυχία που θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα.

Πράγματι, η απόγνωση τον ακολουθεί ακόμα και στο κάτεργο:
Μια αδιάκοπη κι άσκοπη αγωνία στο παρόν, και μια αδιάκοπη θυσία στο μέλλον, μια θυσία που δε θα’ φερνε τίποτα- αυτά είχε να περιμένει σ’ αυτόν τον κόσμο. Γιατί να ζήσει, τι να επιδιώξει; Τι σχέδια να κάνει; Να ζήσει για να υπάρχει; Το να υπάρχει μονάχα, πάντα του ήταν λίγο. Πάντοτε ήθελε κάτι περισσότερο. Ίσως μάλιστα να’ χε δει τον εαυτό του σαν άνθρωπο που του επιτρέπονταν περισσότερα απ’ όσα στους άλλους εξαιτίας ακριβώς των δυνατών και ασυγκράτητων επιθυμιών του.Η Σόνια πήγαινε καθημερινά και τον έβλεπε στο κάτεργο. Τις περισσότερες φορές έφευγε λυπημένη, πάντα σα να’ παιρνε το χέρι της με κάποια αποστροφή. Πάντα φαινόταν θυμωμένος που την έβλεπε και μερικές φορές δεν έβγαζε λέξη απ΄το στόμα του σ’ όλη τη διάρκεια της επίσκεψής της.Όμως η θηλυκή της παρουσία είναι ο καταλύτης, η παρεξηγημένη δύναμη, η anima που θα τον πάρει από το χέρι και θα τον οδηγήσει πίσω, στον εαυτό του. Δε συγχωρεί ακριβώς (άλλωστε τον επιπλήττει και τον συμβουλεύει να παραδοθεί) αλλά τον αγαπά. Απλά και χωρίς όρους: τι έκανες, τι έκανες στον εαυτό σου, είναι η πρώτη της αντίδραση. Δεν υπάρχει κανένας στον κόσμο δυστυχισμένος σαν κι εσένα.Γιατί η Σόνια είναι το βλέμμα, ο καθρέφτης, το μάτι που αγκαλιάζει όλα τα πάθη, αθώα ακριβώς γιατί κι εκείνη είναι βουτηγμένη σ’ -αυτό που οι άνθρωποι αποκαλούν - «αμαρτία». Η ψυχή που συν-κινείται και συν-πάσχει, που θα φιλήσει το μεταμορφωμένο βάτραχο και θα τον ελευθερώσει, κάνοντάς τον να αποδεχτεί την αναγκαιότητα της μοίρας του:

Όλα, ακόμα και το έγκλημά του, η καταδίκη του και η φυλακή, του φαίνονταν τώρα σαν ένα ξένο, παράξενο γεγονός, που δεν είχε καμιά σχέση μαζί του. Δεν μπορούσε όμως να σκεφτεί τίποτα για πολλή ώρα εκείνο το βράδυκι ούτε μπορούσε ν’ αναλύσει ή να συνειδητοποιήσει. Απλώς αισθανόταν. Η ζωή είχε μπει στη θέση της διαλεκτικής και κάτι εντελώς διαφορετικό άνοιγε τώρα το δρόμο του μες το μυαλό του. 

Από το blog http://anagnosi.blogspot.gr/2010/10/blog-post.html,
Κείμενο: Χριστίνα Παπαγγελή
Read More »

Η Μεγάλη Εβδομάδα του Οδυσσέα Ελύτη


Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ
Κατάκοπος από τις ουράνιες περιπέτειες, έπεσα τις πρωινές ώρες να κοιμηθώ.
Στο τζάμι, με κοίταζε η παλαιά Σελήνη, φορώντας την προσωπίδα του Ήλιου.

Μ. ΤΡΙΤΗ
Μόλις σήμερα βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο.
Με πήραν κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο.
Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να:
η μητέρα μου, μ’ ένα μεγάλο άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της κρεμασμένο στο στήθος.
Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα.
Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω γιατί λιποθύμησα.

Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ
Ολοένα οι κάκτοι μεγαλώνουν κι ολοένα οι άνθρωποι ονειρεύονται σα να ’ταν αιώνιοι. Όμως το μέσα μέρος του Ύπνου έχει όλο φαγωθεί και μπορείς τώρα να ξεχωρίσεις καθαρά τι σημαίνει κείνος ο μαύρος όγκος που σαλεύει
Ο λίγες μέρες πριν ακόμη μόλις αναστεναγμός
Και τώρα μαύρος αιώνας.

Μ. ΠΕΜΠΤΗ
Μέρα τρεμάμενη, όμορφη σαν νεκροταφείο
με κατεβασιές ψυχρού ουρανού
Γονατιστή Παναγία κι αραχνιασμένη
Τα χωμάτινα πόδια μου άλλοτε
(Πολύ νέος ή και ανόητα όμορφος θα πρέπει
να ήμουν)
Οι και δύο και τρεις ψυχές που δύανε
Γέμιζαν τα τζάμια ηλιοβασίλεμα.

Μ. ΠΕΜΠΤΗ, β
Σωστός Θεός. Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
έως ότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη.
Χάθηκαν τα βουνά. Και τότε αλήθεια φάνηκε
πίσω από το πελώριο πηγούνι ο κύλικας
Κι αργότερα οι νεκροί μες στους ατμούς, εκτάδην.

Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
Σαν να μονολογώ, σωπαίνω.
Ίσως και να ’μαι σε κατάσταση βοτάνου ακόμη
φαρμακευτικού ή φιδιού μιας κρύας Παρασκευής
Ή μπορεί και ζώου από κείνα τα ιερά
με τ’ αυτί το μεγάλο γεμάτο ήχους βαρείς
και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια.

Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, β
Αντίς για Όνειρο
Πένθιμος πράος ουρανός μες στο λιβάνι
αναθρώσκουν παλαιές Μητέρες ορθές σαν κηροπήγια
τυφεκιοφόροι νεοσύλλεκτοι σε ανάπαυση
μικρά σκάμματα ορθογώνια, ραντιστήρια, νάρκισσοι.
Σαν να ’μαι, λέει, ο θάνατος ο ίδιος αλλ’
ακόμη νέος αγένειος που μόλις ξεκινά
κι ακούει πρώτη φορά μέσα στο θάμβος των κεριών
το «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν».

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ
Περαστική από τη χθεσινή αϋπνία μου
λίγο, για μια στιγμή, μου χαμογέλασε
η θεούλα με τη μωβ κορδέλα
που από παιδάκι μου κυκλοφοράει τα μυστικά
Ύστερα χάθηκε πλέοντας δεξιά
να πάει ν’ αδειάσει τον κουβά με τ’ απορρίματά μου
– της ψυχής αποτσίγαρα κι αποποιηματάκια –
εκεί που βράζει ακόμη όλο παλιά νεότητα
και αγέρωχο το πέλαγος.

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, β
Πάλι μες στην κοιλιά της θάλασσας το μαύρο
εκείνο σύννεφο που ανεβάζει κάπνες
όπως φωνές επάνω από ναυάγιο
Χαμένοι αυτοί που πιάνονται από τ’ Άπιαστα
Όπως εγώ προχθές του Αγίου Γεωργίου ανήμερα
που πήα να παραβγώ μ’ αλόγατα όρθια
και θωρακοφόρους
και μου χύθηκε όλη, όξω απ’ τη γης, η ερωτοπαθής
ψυχή μου.

(Από την ποιητική συλλογή «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου»).


Read More »

ΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΣ ΤΟΥ ΦΟΥΚΩ

Τρίτη 4/4/2017
Ο κόσμος φτιάχτηκε για να καταλήξει σε ένα βιβλίο; 

Είτε είστε βιβλιοφάγοι είτε απλά αγαπάτε τη συντροφιά ενός καλού βιβλίου είτε ακόμα αν διαβάζετε όλη τη ζωή σας λόγω σπουδών και δουλειάς, θα έχετε συναντήσει ένα τουλάχιστον κείμενο που υπήρξε καθοριστικό στη διαμόρφωση της λογοτεχνικής σας προσωπικότητας. Εγώ έχω συναντήσει μέχρι τώρα τέσσερα, που τα θεωρώ χωρίς υπερβολή, τα προσωπικά μου ευαγγέλια στα οποία ανατρέχω συνεχώς, ξανά και ξανά. Το ''Εκκρεμές του Φουκώ'' είναι ένα από αυτά.

Η παραπάνω προσωπική εξομολόγηση έγινε για να εξηγήσω ότι δεν πρόκειται να διαβάσετε την κριτική ενός βιβλίου αλλά την προσπάθειά μου να μιλήσω για ένα βιβλίο που το θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό και να εξηγήσω γιατί. Καταρχάς, οφείλω να σας προειδοποιήσω ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα-τόμο 900 και πλέον σελίδων (ήτοι για hardcore βιβλιοφάγους), μέσα στις οποίες σχεδόν όλη η παγκόσμια ιστορία, από την εποχή των σταυροφοριών στη Μέση Ανατολή μέχρι τη δεκαετία του '70 στην Ιταλία, χρησιμοποιείται ως υλικό της πλοκής ή πιο σωστά ως μια τράπουλα που ανακατεύοντας και ρίχνοντας τα χαρτιά της ο συγγραφέας δίνει μια ερμηνεία όχι του μέλλοντος αλλά του παρελθόντος. Ακούγεται περίπλοκο και ασαφές; Στην πραγματικότητα είναι πολυεπίπεδο και λαβυρινθώδες αλλά με δομή στέρεα και αριστοτεχνική και κυρίως άκρως εντυπωσιακή, ακριβώς όπως οι τεράστιοι καθεδρικοί ναοί που χτίζονταν στην Ευρώπη τον Μεσαίωνα - ο Έκο είναι μεγάλος μάστορας και κατά την ταπεινή μου γνώμη αυτό είναι το αριστούργημά του.

Το να πούμε ''δύο λόγια για την υπόθεση'' δεν είναι εύκολο αλλά ας προσπαθήσουμε: βρισκόμαστε στο Μιλάνο της δεκαετίας του '70 μέσα στο κλίμα των πολιτικών συγκρούσεων εκείνης της εποχής - ''αν δεν ήταν επανάσταση, ήταν οπωσδήποτε η καλύτερη απομίμησή της'', λέει χαρακτηριστικά ο αφηγητής και βασικός ήρωας, ένας υποψήφιος διδάκτορας της Ιστορίας που μελετά τους Ναΐτες ιππότες. Συναντά τυχαία έναν επιμελητή εκδόσεων σε έναν ιδιόρρυθμο εκδοτικό οίκο που ασχολείται κυρίως με τον αποκρυφισμό, ο οποίος του προτείνει να συνεργαστούν σε μια καινούρια σειρά βιβλίων με ανάλογο θέμα. Εκείνος δέχεται και αρχίζουν να διαβάζουν εκατοντάδες χειρόγραφα: στην ομάδα προστίθεται και ένας ακόμα αναγνώστης-μελετητής της Καμπάλα και αργότερα ένας μυστηριώδης σύμβουλος, αριστοκρατικής καταγωγής και πάμπλουτος, ο οποίος αφήνει συνεχώς να εννοηθεί ότι είναι ο διαβόητος κόμης Σεν Ζερμαίν (θρυλική μορφή του αποκρυφισμού και υποτίθεται αθάνατος).

Προσπαθώντας να βάλουν τάξη στο χάος και να επιλέξουν τα πιο σοβαρά χειρόγραφα προς έκδοση, γνωρίζουν έναν συγγραφέα ο οποίος μοιάζει να κατέχει πράγματι ένα κομμάτι, τουλάχιστον, της αλήθειας για το τι απέγιναν οι Ναΐτες και ποιο ήταν το μυστικό που φύλαξαν με τις ζωές τους, οδηγούμενοι στα βασανιστήρια και την πυρά, από τον βασιλιά της Γαλλίας. Μαγεύονται και μπαίνουν στον χορό, δημιουργώντας τη δική τους εκδοχή για την ιστορία, το δικό τους Σχέδιο - αλλά αυτό που ξεκίνησε ως πνευματικό παιχνίδι διανοουμένων καταλήγει σε μια άκρως επικίνδυνη εμπλοκή με τους αποκρυφιστικούς κύκλους.

Ελπίζω ότι χωρίς να σας κουράσω (πολύ) ή να σας ''κάψω'', απέδωσα υπερσυμπυκνωμένα τα όσα διαδραματίζονται στις σελίδες του ''Εκκρεμούς''. Οπωσδήποτε δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο - αλλά τίποτα εύκολο δεν μπορεί να είναι τόσο γοητευτικό! Ο τρόπος με τον οποίο εμπλέκει την καθημερινότητα και τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του με την Ιστορία και η καταβύθιση στα σκοτεινά υπόγεια της απόκρυφης ερμηνείας του κόσμου. Τα ταξίδια στον χρόνο και την υδρόγειο και ο εγκιβωτισμός των διαφορετικών επιπέδων της πλοκής το ένα μέσα στο άλλο. Οι εικόνες που σε κατακλύζουν και οι χαρακτήρες, ακόμα και οι τριτεύοντες ή όσοι έρχονται ως φαντάσματα από το παρελθόν, ολοζώντανοι και σαιξπηρικοί. Η ευφυής γλώσσα - ένα ταχύρυθμο μάθημα σημειολογίας, και οι διακειμενικές αναφορές που δεν κουράζουν, αντιθέτως εμπλουτίζουν γόνιμα το κείμενο και τη φαντασία του αναγνώστη. Το λεπτό χιούμορ και η ειρωνική ματιά - όχι καυστική αλλά με την τρυφερότητα ενός συντρόφου, στον τρόπο σκέψης των διανοουμένων. Και τέλος, η απίστευτη τέχνη με την οποία συνθέτει όλα τα παραπάνω σε ένα απόλυτα απολαυστικό ανάγνωσμα!

Τι άλλο να πω; Απλά υποκλίνομαι και προσθέτω τούτο το τελευταίο: τα βιβλία είναι πόρτες και το ''Εκκρεμές'' είναι μια βιβλιοθήκη μέσα σε ένα βιβλίο, με τόσες πολλές πόρτες ώστε κάθε φορά που το διαβάζω ανακαλύπτω καινούριες.

Συντάκτης : Αγγέλα Γαβρίλη
Πηγή
Read More »