Η ιστορία του ανθρώπου που έφτιαξε στην Σαντορίνη το πιο ενδιαφέρον βιβλιοπωλείο του κόσμου



Όπως μας την είχε αφηγηθεί ο ίδιος / Με αφορμή την πρωτιά του στη σχετική λίστα του National Geographic 

Ένα βιβλιοπωλείο της Σαντορίνης ανακηρύχτηκε ως το κορυφαίο στον κόσμο, από το National Geographic που εκδίδει το δημοφιλές περιοδικό «Destinations of a Lifetime». Πρόκειται για το βιβλιοπωλείο «Αtlantis» που βρίσκεται στην Οία της Σαντορίνης. Στη δεύτερη θέση είναι το βιβλιοπωλείο Munro στη Βικτώρια και τρίτο ένα βιβλιοπωλείο στην Πόλη του Μεξικού. (Όλο το Top-5 εδώ.)   

Το βιβλιοπωλείο Atlantis που άνοιξαν δυο φίλοι απ' τη Β. Αμερική το 2004 στη Σαντορίνη πέρασε από σαράντα κύματα και κατέληξε να θεωρείται ένα απ' τα καλύτερα του κόσμου σύμφωνα και με το Guardian.    

Ο Καναδός συνιδιοκτήτης του Atlantis Craig Walzer έκλεψε την παράσταση όταν βγήκε στη σκηνή του TEDx της Αθήνας το 2012, τότε που τον συνάντησα γι' αυτήν την κουβέντα. Η φωνή του έτρεμε, τα χέρια του πήγαιναν πέρα δώθε απ' το τρακ - ήταν σαν έξτρα νευρικός Γούντι Άλλεν. Δεν έμοιαζε όμως με τον Άλλεν μόνο στο άγχος ή στον τρόπο ομιλίας: Ο πολύ χαρισματικός Walzer με την συναρπαστική του αφήγηση για τη δημιουργία του Atlantis μας έκανε να ξεκαρδιστούμε. 

Ο συνιδιοκτήτης του Atlantis, Craig Walzer

Σαν stand-up κωμικός περιέγραψε την εξωφρενική τους μάχη με την ελληνική γραφειοκρατία, τους έρωτες της ζωής του, το πώς αντιμετώπισαν οι ντόπιοι το μοναδικό αυτό βιβλιοπωλείο - κι όλα αυτά με σπαρταριστό φωτογραφικό υλικό και εξομολογητικές ιστορίες, όπως όταν είπε ότι ο δημοσιογράφος του Guardian που τον έβαλε στο Τοπ-10 των βιβλιοπωλείων ήταν γνωστός του, κι ότι στην εποχή του τεμπέλικου κόπι πέιστ το Atlantis είναι σε εκατοντάδες λίστες περιοδικών και σάιτ που στην πραγματικότητα απλώς αντέγραψαν το Τοπ-10 του Guardian. (Παρ' όλα αυτά, θα συμπληρώσω εγώ, τα άρθρα στους New York Times και αλλού γράφτηκαν από ρεπόρτερ που επισκέφτηκαν το Atlantis κι ενθουσιάστηκαν στ' αλήθεια).   

Όταν κατέβηκε από τη σκηνή, όλοι παραληρούσαν στο Twitter, ένιωσα χαρούμενος είχa κλείσει συνέντευξη μαζί του. Πριν βαριόμουν - τώρα δεν μπορούσα να περιμένω. 


"Υπάρχουν λόγοι να πιστεύεις σ' ένα καλύτερο αύριο;" του είπα καθώς συναντηθήκαμε και ψάχναμε κάπου να σταθούμε για να κάνουμε τη συνέντευξη.  

"Ναι", μου είπε με το στεγνό του χιούμορ. "Αύριο πηγαίνω ξανά στη Σαντορίνη." 

"Το ξέρεις ότι θα μπορούσες να γίνεις stand up κωμικός;" Καθίσαμε σ' ένα πεζουλάκι, στην αυλή του Ελληνικού Κόσμου. "Όλοι για σένα μιλάνε μετά την ομιλία σου, έγινες ο σταρ του TEDx."   

"Το ξέρω!" απαντά ψευτοενθουσιασμένος. "Μου πρότειναν ήδη οι ατζέντηδες να κάνω και γυμνή φωτογράφηση!" Το λέει για πλάκα χωρίς να ξέρει ότι στο τουίτερ είχα διαβάσει λίγο νωρίτερα καμιά δεκαριά κοπέλες που έγραφαν ότι θα τον παντρεύονταν, ότι είναι πολύ ερωτεύσιμος κλπ κλπ. 
   
Στην ομιλία του έδειξε και μια φωτογραφία απ' το βιβλίοπωλείο με μια γάτα σ' ένα καλάθι και μια ταμπελίτσα από πάνω: "RENT A CAT - 5 euro". Τον ρωτάω αν νοικιάζανε στ' αλήθεια τη γάτα και μου λέει πως όλα ξεκίνησαν από ένα ΠΑΝΕΞΥΠΝΟ (το φωνάζει αυτό) κοριτσάκι-γειτόνισσά τους, που ήταν οκτώ χρονών εκείνη την περίοδο. Όταν το κοριτσάκι πρόσεξε πως περισσότερος κόσμος φωτογραφιζόταν με τη γάτα που ήταν στην είσοδο του βιβλιοπωλίου απ' ό,τι έμπαινε μέσα στο μαγαζί, έγραψε την ταμπελίτσα ως αστείο, για να τραβήξει την προσοχή ακόμα περισσότερου κόσμου. "Και ναι, αφού ρωτάς. Τη νοικιάσαμε μερικές φορές, μόνο όμως σε ανθρώπους που ξέραμε και εμπιστευόμασταν ότι θα την επιστρέψουν αυθημερόν!"  


"Γράφεις κανένα βιβλίο;" ρωτάω.  

"Γράφω", λέει, "και έχει σχέση μ' όσα ζήσαμε και ζούμε στο βιβλιοπωλείο - όμως θα είναι μυθιστόρημα κι όχι χρονικό. Ο ήρωας θα έχει ένα μικρό βιβλιοπωλείο, θα είναι περίπου σαν εμένα δηλαδή - απλώς πιο ψηλός και πιο αστείος και πιο όμορφος..."   

Προσπερνώ τον αυτοσαρκασμό του. "Το Tzatziki Festival που κάνετε τα καλοκαίρια τι είναι;"   

"Είναι διαγωνισμός τζατζικιού. Ποιος θα κάνει το καλύτερο. Και το ίδιο οκτάχρονο πανέξυπνο κοριτσάκι (που είναι και η "υπεύθυνη" για το παιδικό τμήμα βιβλίων του μαγαζιού μας) ήταν η κριτής! Έφαγε απ' όλα τα τζατζίκια και αποφάσισε η ίδια τον νικητή. Και ήταν πολύ δίκαια και αμερόληπτη: όταν δοκίμαζε  ζήτησε και της δέσαμε τα μάτια για να τρώει στα τυφλά." 


"Είναι η ζωή σου τόσο φανταστική όσο ακούγεται;" τον ρωτώ σε κάποια στιγμή.    

"Όχι όχι", σπεύδει τρομαγμένος να απαντήσει.    

"Μα πώς; Έχεις αυτή τη δουλειά μαζί με τους φίλους σου σ' ένα πανέμορφο νησί, στην ταράτσα σας έχετε την καλύτερη θέα και εκεί μπορείτε να διαβάζετε βιβλία και να κάνετε πάρτι, κάνεις αυτό που αγαπάς, ταξιδεύεις πολύ. Έχεις την πιο ονειρεμένη δουλειά."   

"Χμ", σκέφτεται πώς να διατυπώσει την απάντηση. "Έχεις δίκιο. Όμως είναι μια ονειρεμένη δουλειά *κάποιες* μέρες. Γιατί κάποιες άλλες, όταν κάθομαι στο γραφείο του λογιστή μας που μου λέει πόσο χάλια πάνε τα οικονομικά μας, ή όταν όλοι κάνουν ρομαντικές βόλτες στο νησί κι εγώ πρέπει να τρέχω στους δικηγόρους για τα διάφορα γραφειοκρατικά προβλήματα που πάλι προέκυψαν, ή όταν κοιτάζω τους λογαριασμούς..." 


Το 2011 το μαγαζί σώθηκε χάρη στις δωρεές μέσω ίντερνετ, στο indiegogo. "Φέτος πάλι το μαγαζί κινδυνεύει να κλείσει. Αλλά δεν μας πειράζει. Απ' την πρώτη μέρα που το ανοίξαμε πριν από 9 χρόνια κινδυνεύουμε να κλείσουμε. Απ' την αρχή έτσι πάει - δεν μας πειράζει, απλώς σκεφτόμαστε συνέχεια όλο και πιο δημιουργικούς τρόπους να το κρατήσουμε ζωντανό."     

Κι η γραφειοκρατία; "Καλά, ας μην πω για τη γραφειοκρατία. Λυπάμαι πραγματικά τους υπαλλήλους - στην πραγματικότητα είναι όλοι καλοί άνθρωποι και θέλουν να σε βοηθήσουν, αλλά το σύστημα τους το απαγορεύει. Μπήκαν σε μια δουλειά για να βοηθήσουν τους συνανθρώπους τους όμως αναγκάζονται να κάνουν ό,τι λέει ο νόμος - και να δυσκολέψουν έτσι τη ζωή των συνανθρώπων τους. Μακάρι να χρησιμοποιούνται πιο πολύ τα κομπιούτερ στις ελληνικές δημόσιες υπηρεσίες - αυτό θα βοηθούσε πολύ, όλους. Τώρα η γραφειοκρατία απλώς παίζει με την υπομονή μας, και τα νεύρα μας..." 


Τον ρωτάω για την πιο περήφανή του στιγμή στο βιβλιοπωλείο. "Α, σίγουρα το Λογοτεχνικό Φεστιβάλ που κάναμε. Είχαμε τη βοήθεια του εκδοτικού οίκου Penguin, ήρθαν συγγραφείς απ' όλο τον κόσμο -κι έκαναν και διακοπές- ήρθαν συγγραφείς απ' όλη την Ελλάδα... Και στην ταράτσα μας είχαμε μια κυρία που μάθαμε πως είναι πολύ διάσημη ελληνίδα μαγείρισσα, Vefa Alexiadou την ξέρεις; Και μαγείρευε για όλους τους καλεσμένους στην ταράτσα μας, με θέα το ηλιοβασίλεμα και κάναμε πάρτι μετά... Ήταν φανταστικό φεστιβάλ, σούπερ διασκεδαστικό - ανυπομονώ να ξαναγυρίσω τώρα στη Σαντορίνη για να ετοιμάσω το επόμενο..." 

ΠΗΓΗ

Read More »

Τα πλάσματα της Μέσης Γης Μέρος Β’



Το ταξίδι για την ανακάλυψη των πιο δημοφιλών πλασμάτων της Μέσης Γης συνεχίζεται και ολοκληρώνεται με δισταγμό, καθώς ο κόσμος που δημιούργησε ο J.R.R. Tolkien μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ένας “ζωντανός οργανισμός”, ο οποίος συχνά αλλάζει σχήματα και μεγέθη, διατηρείται και επιβιώνει χάρη στην ανεξέλεγκτη αγάπη των αναγνωστών και την ανάγκη τους για ανακάλυψη κάθε πτυχής των πληροφοριών που μας χάρισε απλόχερα ο ίδιος ο συγγραφέας. 

1. Balrog


Απ’τους πιο τρομερούς και δυνατούς υπηρέτες του Μόργκοθ, υπήρξαν εκείνοι που πήραν τη μορφή δαιμόνων και έγιναν γνωστοί ως Balrog, δηλαδή “οι Δαίμονες της Δύναμης“. Τερατώδη πλάσματα με ανθρωποειδή μορφή, άκρα που διέθεταν την ευλυγισία ερπετού, σώματα από φωτιά και ρουθούνια που έβγαζαν φλόγες όπως ακριβώς οι Δράκοι. Το βασικό τους όπλο ήταν ένα πύρινο μαστίγιο με πολλές ουρές, το οποίο σκόρπιζε τον τρόμο στους αντιπάλους τους. Θεωρούνταν σημαντικοί πολεμιστές στις στρατιές του Μόργκοθ, αλλά μετά τον Πόλεμο της Οργής η φυλή των Balrog αποδεκατίστηκε μερικώς. Κάποιοι κατάφεραν να σωθούν, κρύφτηκαν στα βαθιά λαγούμια κάτω απ’τα βουνά και για αρκετό καιρό πολλοί πίστευαν ότι είχαν πλήρως εξαφανιστεί. Κατά την Τρίτη Εποχή όμως, οι Νάνοι της Μόρια ελευθέρωσαν κατά λάθος έναν απ’αυτούς τους δαίμονες, ο οποίος σφαγιάστηκε μετά από δύο αιώνες από τον Γκάνταλφ τον Γκρίζο. 

2. Fell beasts (Τα φτερωτά Κτήνη)


Τα συγκεκριμένα Φτερωτά Κτήνη ανατράφηκαν όπως όλα τα δαιμονικά πλάσματα και πνεύματα από τον Μόργκοθ. Όταν πέρασαν στην δικαιοδοσία του Σάουρον, δόθηκαν στους εννιά υπηρέτες του, τους Νάζκουλ, την εποχή του Πολέμου του Δαχτυλιδιού, οι οποίοι τα χρησιμοποιούσαν για τις μετακινήσεις τους. Τα πλάσματα αυτά ήταν ταχύτερα απ’τον άνεμο, είχαν νύχια και ράμφος πουλιού, λαιμό ερπετού και φτερούγες νυχτερίδας. Το μέγεθος τους ήταν μεγαλύτερο από κάθε άλλο ιπτάμενο πλάσμα της Τρίτης Εποχής και λέγεται ότι τρέφονταν από σάρκες Ορκ. Βέβαια, το ελάττωμα τους ήταν ότι δεν ήταν αιωνόβια, ούτε απέθαντα όπως οι αφέντες τους, ήταν απλά πιο αρχαία πλάσματα από τους Δράκους. Το τέλος τους ήρθε στον Πόλεμο του Δαχτυλιδιού και συγκεκριμένα ένα σκοτώθηκε από τον Λέγκολας, ένα από την Έογουιν και τα υπόλοιπα σφαγιάστηκαν στο ολοκαύτωμα που ακολούθησε μετά την καταστροφή του Δαχτυλιδιού.

3. Αετοί


Τα φτερωτά αυτά πλάσματα ήταν τα πιο ευγενικά και σοφότερα πτηνά της Άρντα, και γεννήθηκαν πολύ πριν έρθουν στον κόσμο τα Ξωτικά. Ήταν αγγελιοφόροι και υπηρέτες του Manwë, του Άρχοντα των Ανέμων καθώς και της Yavanna, της Βασίλισσας της Γης. Την Πρώτη Εποχή με τον άρχοντα τους, Thorondor, ο οποίος ήταν ο μεγαλύτερος και δυνατότερος ανάμεσα σε όλους τους αετούς, κατάφεραν να γίνουν ο φόβος και ο τρόμος των δαιμονικών πλασμάτων, να φυλάξουν το κρυμμένο βασίλειο για πολλούς αιώνες ακόμα και να νικήσουν τους μεγαλύτερους υπηρέτες του Μόργκοθ, τους Ιπτάμενους Δράκους, στον Πόλεμο της Οργής. Κατά την Τρίτη Εποχή, αρχηγός των αετών ήταν ο Gwaihir, ο επονομαζόμενος Άρχοντας του Ανέμου. Ο λαός του, οι αετοί των Βουνών της Ομίχλης ήταν ατρόμητοι και βοήθησαν αμέτρητες φορές τόσο στην εξολόθρευση του Smaug, όσο και αργότερα στην ήττα των Ορκ και των λύκων στην Μάχη των Πέντε Στρατιών. Επίσης, έσωσαν των Γκάνταλφ και τη Συντροφιά του Δαχτυλιδιού περισσότερες από μία φορές. 

4. Dead Men of Dunharrow


Υπήρχαν πολλά πνεύματα στη Μέση Γη που λόγω κάποιας κατάρας ήταν καταδικασμένα να περιπλανιούνται περισσότερο απ’όσο τους έπρεπε. Μία ομάδα τέτοιων πνευμάτων ήταν και οι Νεκροί του Dunharrow, οι οποίοι στοίχειωναν τους λαβυρίνθους της αρχαίας ακρόπολης του Ρόχαν. Τα πνεύματα αυτά ζούσαν στα Λευκά Βουνά και κατά την Δεύτερη Εποχή είχαν ορκιστεί πίστη στο βασιλιά των Ανθρώπων των Dúnedain, αλλά την κρίσιμη στιγμή έσπασαν τον όρκο τους και τον πρόδωσαν στον Σάουρον. Από τότε οι πολεμιστές αυτοί ήταν καταραμένοι να περιπλανιούνται, ψάχνοντας να βρουν ανάπαυση. Κατά την Τρίτη Εποχή, στοίχειωναν τα Μονοπάτια των Νεκρών και όποιος προσπαθούσε να μπει στην περιοχή, τρελαινόταν και χανόταν. Μέχρι που ο Άραγκορν, κατάφερε να τους ελέγξει και να τους πείσει να πολεμήσουν στο πλευρό του, κερδίζοντας έτσι και τη μάχη αλλά και τη δική τους απελευθέρωση.

5. Thrushes (Τσίχλες)


Τα συγκεκριμένα πτηνά, γνώριζαν τις γλώσσες των Ανθρώπων, των Ξωτικών και των Νάνων, όπως ακριβώς οι κουρούνες και τα κοράκια. Ζούσαν κοντά στο Έρεμπορ και είχαν αναπτύξει συμμαχίες και φιλικές σχέσεις με τους Ανθρώπους του Dale, της Λίμνης του Έσκαροθ καθώς και με τους Νάνους. Ζούσαν πάρα πολλά χρόνια και ήταν πολύ αγαπητά ζώα. Σύμφωνα με τους θρύλους της Τρίτης Εποχής μία ηλικιωμένη τσίχλα του Έρεμπορ βοήθησε τους Νάνους του Θόριν μεταφέροντας σε μήνυμα την αδυναμία του Δράκου Smaug στον Bard τον Τοξότη, και χάρη σ’αυτήν την γνώση ο Bard κατάφερε να τον σκοτώσει.

6. Ents


Τα Ents ήταν μία απ’τις αρχαιότερες υπάρξεις που περπάτησαν στη Μέση Γη. Άρχοντας τους ήταν ο Fangorn, που στην κοινή γλώσσα της Μέσης Γης σήμαινε Δενδρογένης, ο οποίος ήταν τεράστιος με μακριά δενδρόχερα, που είχαν επτά δάχτυλα το καθένα, μακριά γκρίζα γενειάδα και μπορούσε να κινηθεί γρήγορα διασχίζοντας μεγάλες εκτάσεις σε ελάχιστο χρόνο. Ο μύθος λέει, ότι οι Ents προήλθαν απ’την Yvanna, την Βασίλισσα της Γης, που αποφάσισε να δημιουργήσει τους Βοσκούς των Δέντρων, οι οποίοι ήταν Φύλακες των δασών και είχαν ως αποστολή να τα προστατεύουν απ’τα μοχθηρά πλάσματα. Την εποχή της γέννησης τους δεν ήξεραν να μιλάνε, αλλά αργότερα διδάχτηκαν απ’τα Ξωτικά την τέχνη του λόγου και κατάφεραν να μάθουν πολλές γλώσσες, όμως η αγαπημένη τους ήταν αυτή που φτιάχτηκε γι’αυτά. Τον περισσότερο χρόνο τους τον περνούσαν απομονωμένα μέσα στα δάση και οι ζωές τους ήταν μοναχικές και ανεπηρέαστες απ’ότιδήποτε και αν συνέβαινε γύρω τους. Υπήρχαν και θηλυκοί και αρσενικοί Ents, αλλά οι θηλυκοί αποφάσισαν να ταξιδέψουν στις ανοικτές εκτάσεις για να προστατέψουν τα κατώτερα δέντρα, όμως πριν την Δεύτερη Εποχή οι κήποι που φρόντιζαν καταστράφηκαν και μαζί τους χάθηκαν και αυτά. Οπότε σταδιακά άρχισε να χάνεται η φυλή τους καθώς δεν μπορούσαν πια να κάνουν απογόνους. Αντιπαθούσαν πολύ τους Νάνους γιατί συνήθιζαν να κόβουν με τα τσεκούρια τους τα δέντρα και μισούσαν τα Ορκ με τα οποία πολλές φορές δε δίστασαν να παλέψουν μαζί τους. Μετά τον Πόλεμο του Δαχτυλιδιού, αφού βοήθησαν στη μάχη του Isengard, έζησαν και πάλι ειρηνικά κρυμμένα στο δάσος του Fangorn και σταδιακά η ύπαρξη τους ξεχάστηκε εντελώς.

7. Βρικόλακες


Τα τρομερά αυτά πλάσματα, τα οποία διέστρεψε ο Μόργκοθ, δε γνωρίζουμε με σιγουριά αν ήταν τελικά πουλιά ή κτήνη, παρά μόνο ότι μπορούσαν να παίρνουν τη μορφή αιμοβόρων νυχτερίδων. Ιδιαίτερα στην Πρώτη Εποχή είναι γνωστό ότι ένωσαν τις δυνάμεις τους με το Μόργκοθ στους πολέμους του Μπελέριαντ. Η πιο γνωστή απ’αυτά τα πλάσματα αναφέρεται στο Σιλμαρίλλιον και ονομαζόταν Thuringwethil, ή αλλιώς Η Γυναίκα της Μυστικής Σκιάς, η οποία ήταν μεγάλη βρικόλακας και κορυφαία αγγελιοφόρος των Σκοτεινών Δυνάμεων. Ο ίδιος ο Σάουρον όταν έχασε τη μάχη εναντίον του Χούαν στον Πύργο Tol-In-Gaurhoth, πήρε τη μορφή ενός βρικόλακα και δραπέτευσε. Καθώς η δύναμη του Σάουρον εξασθένησε, τα δαιμονικά μάγια του λύθηκαν και αυτά και ο μανδύας που έδινε στην Thuringwethil την τρομακτική μορφή της νυχτερίδας, καθώς και το πνεύμα του βρικόλακα χάθηκαν μια για πάντα.

8. Ορκ


Στα βαθύτερα υπόγεια του Utumno, λέγεται ότι ο Μόργκοθ διέπραξε την μεγαλύτερη βλασφημία κατά της φύσης, δημιουργώντας μία απαίσια και διεστραμμένη μορφή ζωής. Η νέα φυλή που δημιουργήθηκε, τα Ορκ δηλαδή, ήταν μία μετάλλαξη μέσω της μαγείας και ατέλειωτων βασανιστηρίων της φυλής των Ξωτικών. Είχαν όψη παραμορφωμένη από τον πόνο και το μίσος, το αίμα τους ήταν μαύρο και κρύο, είχαν καμπούρα, στραβοπόδαρα, μεγάλα και δυνατά χέρια, ενώ το δέρμα τους ήταν μαύρο σαν το καψαλισμένο ξύλο. Τα αιχμηρά δόντια τους ήταν κίτρινα, οι γλώσσες τους κατακόκκινες και παχιές, οι μύτες και τα πρόσωπα τους πλατιά και επίπεδα, ενώ τα μάτια τους ήταν σαν βαθιές κόκκινες πληγές. Παρόλα αυτά ήταν πάρα πολύ καλοί πολεμιστές, καθώς δεν είχαν την αίσθηση του φόβου στο πετσί τους, ίσως επειδή ο θάνατος ήταν προτιμότερος απ’το μαρτύριο της ζωής τους. Ήταν τρομερά άσπλαχνα, είχαν κανιβαλικά ένστικτα, και η αδυναμία τους στο φως ήταν αναμενόμενη καθώς είχαν μεγαλώσει ως υπόδουλοι του Άρχοντα του Σκότους. Ζούσαν συνήθως σε λάκκους και σπηλιές και πολλαπλασιάζονταν συνεχώς με μεγαλύτερη ταχύτητα από κάθε άλλη φυλή. Αρχικά πολέμησαν πλάι στον άρχοντα τους Μόργκοθ και όταν αυτός εξορίστηκε έγιναν πιστοί υπηρέτες του διαδόχου του, Σάουρον. Ο Σάουρον χάρη στις μαγικές του ικανότητες κατάφερε να πολλαπλασιάσει για μία ακόμα φορά τον αριθμό των Ορκ, καθώς η φυλή είχε αποδεκατιστεί ήδη από τον Πόλεμο της Οργής. Το ίδιο συνέβη και στο τέλος της Δεύτερης Εποχής, όταν για μία ακόμα φορά έμειναν χωρίς άρχοντα να υπηρετούν και με αποδεκατισμένο στρατό, αλλά κατάφεραν να επιζήσουν αρκετά απ’αυτά με αποτέλεσμα κατά την επιστροφή του Σάουρον να είναι και πάλι έτοιμα για μάχη. Βέβαια λέγεται ότι ο ίδιος ο Σάουρον δεν ήταν ευχαριστημένος με τα Ορκ και έτσι αποφάσισε να δημιουργήσει μέσω σκοτεινής και τρομερής μαγείας μία νέα ράτσα, με αυξημένη δύναμη, η οποία ονομάστηκε Uruk-Hai. Οι Uruk-Hai, ήταν Ορκ στο ύψος των Ανθρώπων, δεν ήταν καμπούρηδες και τα πόδια τους ήταν ίσια και δυνατά. Επίσης, δεν έτρεφαν κανέναν απολύτως φόβο, οπότε μπορούσαν να πάνε όπου απέφευγαν να πάνε οι αδελφοί τους Ορκ οποιαδήποτε στιγμή, και επειδή ήταν μεγαλύτεροι και δυνατότεροι, ήταν πιο τολμηροί στη μάχη, και έτσι αποτέλεσαν την ελίτ της πολεμικής μηχανής του Σάουρον και πολύ συχνά γίνονταν αξιωματικοί και ηγέτες των πολεμικών ομάδων των Ορκ. Στον Πόλεμο του Δαχτυλιδιού όμως, αφού το Ένα Δαχτυλίδι καταστράφηκε, παρόλο που οι φυλές των Ορκ κατείχαν τεράστια πολεμική δύναμη, χάθηκαν μαζί με τον άρχοντα τους στις φλόγες της καταστροφής ή σφαγιάστηκαν. Αν και χωρίς αμφιβολία κάποια απ’αυτά τα Ορκ επέζησαν, έκτοτε δεν κατάφεραν να αυξηθούν σε μεγάλους πληθυσμούς και δεν απασχόλησαν ποτέ ξανά τους ελεύθερους λαούς της Μέσης Γης.


9. Λυκάνθρωποι


Ένα ακόμη απ’τα βασανισμένα πνεύματα που υποδούλωσε ο Μόργκοθ ήταν οι Λυκάνθρωποι. Αρχικά, τα πνεύματα αυτά δε γνωρίζουμε αν όντως ήταν δαιμονικά, αλλά είναι σίγουρο ότι πήραν τη μορφή λύκων με μαγεία. Ήταν μία δαιμονική ράτσα, τα μάτια τους έλαμπαν από μίσος, μπορούσαν να μιλήσουν τόσο τη Μαύρη Γλώσσα των Ορκ, τόσο και τις γλώσσες των Ξωτικών. Αργότερα ο Σάουρον, την περίοδο των πολέμων του Μπελέριαντ ηγήθηκε ένα στρατό απ’αυτά τα πλάσματα και κατάφεραν να κατακτήσουν τον πύργο των Νόλντορ στον ποταμό Σίριον και τον μετονόμασαν σε Tol-In-Gaurhoth, δηλαδή το Νησί των Λυκανθρώπων. Στο Σιλμαρίλλιον, αναφέρεται η μάχη του Χούαν εναντίον του Σάουρον σε μορφή λυκανθρώπου, με σκοπό η Λούθιεν να καταφέρει να ελευθερώσει τον Πύργο. Σ’αυτή τη μάχη ο Σάουρον υποχώρησε, το ίδιο και τα μάγια του Πύργου, καθώς και τα δαιμονικά αυτά πλάσματα έχασαν τις λυκίσιες μορφές τους και εξαφανίστηκαν.

10. Αγριόχοιροι


Το κυνήγι των αγριόχοιρων υπήρξε πάντοτε ως άθλημα τόσο για τα Ξωτικά όσο και για τους Ανθρώπους. Γνωστή είναι η ιστορία, η οποία αφηγείται ότι ένας από τους βασιλείς του Ρόχαν πέθανε στο κυνήγι ενός αγριόχοιρου. Πιο συγκεκριμένα ο Φόλκα αποφάσισε να κυνηγήσει τον πιο ξακουστό και τρομερό αγριόχοιρο, τον αγριόχοιρο του Έβερχολτ, και παρότι κατάφερε να το σκοτώσει, τραυματίστηκε και ο ίδιος θανάσιμα. 

ΠΗΓΗ
Read More »

Ξωτικά, τα αέρινα πλάσματα της Λογοτεχνίας του Φανταστικού, Μέρος Ά



Η λογοτεχνία του φανταστικού και ειδικότερα αυτή των τελευταίων χρόνων αποτελεί ένα πεδίο εντός του οποίου μυθικές φυλές και πλάσματα αναλαμβάνουν σημαντικούς ρόλους στις ιστορίες των συγγραφέων. Ξωτικά, νάνοι, γνώμοι, ορκς και καλικάτζαροι, μαζί με γίγαντες, δράκους, γρύπες και μονόκερους, προσφέρουν θεματολογική ποικιλία στα έργα των σύγχρονων μυθοπλαστών, μεταβάλλοντας με τον καιρό τη λογοτεχνία του φανταστικού και δημιουργώντας μέσα στα πλαίσιά της ένα νέο κλίμα. Εκεί, δηλαδή, που κάποτε υπήρχαν μοναχά οι άνθρωποι ως βασικοί ήρωες και πρωταγωνιστές στις ιστορίες φαντασίας (συνήθως ιππότες, βάρβαροι, πολεμιστές και άντρες με μαγικές ικανότητες ή υποστήριξη από θεούς) βρίσκονται πλέον ήρωες των οποίων η καταγωγή ανάγεται στις φυλές των νάνων, των ξωτικών και των άλλων μυθικών πλασμάτων. Περισσότερο αγαπητή από όλες, τόσο για τους αναγνώστες όσο και για τους ίδιους τους συγγραφείς, φαίνεται πως είναι η φυλή των ξωτικών.

Ποια είναι εν τέλει τα ξωτικά; Τι είναι αυτά τα θρυλικά elves που παρασύρουν τη φαντασία του αναγνώστη, έρχονται στο προσκήνιο σε κάθε ιστορία και γίνονται μούσες τέχνης, τόσο μυθοπλαστικής όσο και εικαστικής; Πως έγιναν ισοδύναμα στο δέος με τους τρομερούς δράκους, τη μεγαλοπρέπεια της μαγείας και τη σαγήνη των υπερφυσικών δυνάμεων; Πως, αλήθεια, ξεκίνησε αυτή η ξωτικομανία και που βρίσκονται οι ρίζες αυτής της εκπληκτικής φυλής που από τα δάση και τα βουνά κατοικεί πλέον στα βιβλία και τα παιχνίδια;

Μέσα από αυτό το άρθρο θα κάνουμε ένα σύντομο οδοιπορικό στην ιστορία αυτής της φανταστικής φυλής, ξεκινώντας από τις πρώτες αντιλήψεις που είχαν διάφοροι λαοί για τα ξωτικά ώσπου να καταλήξουν στη μορφή και την αίγλη που απολαμβάνουν σήμερα στη λογοτεχνία και σε άλλες μορφές τέχνης που εκείνη επηρέασε.


 Μια θαυμαστή φυλή

Θα ήταν χρήσιμο αρχικά να αναφέρουμε μερικά χαρακτηριστικά των ξωτικών (όπως τα γνωρίζουμε κυρίως σήμερα) που γοητεύουν τους λάτρεις της φανταστικής λογοτεχνίας. Ένα κύριο γνώρισμα τους είναι η ομορφιά. Μια ομορφιά εξωτερική που τις περισσότερες φορές συνδυάζεται με ψυχική αγνότητα-αγιότητα. Τα ξωτικά περιγράφονται και απεικονίζονται ως ωραίοι άντρες και γυναίκες με λεπτά, καλοσχηματισμένα σώματα, στητή κορμοστασιά, μακριά και καλοχτενισμένα μαλλιά, σχιστά και αμυγδαλωτά μάτια ενώ τα αυτιά τους είναι μακριά με κοφτερές άκρες. Συνδέονται με τη φύση, κυρίως με τα δάση και το ζωικό βασίλειο, καθώς επίσης με τον ουρανό, τη νύχτα και τα αστέρια. Πολλοί συγγραφείς αφιερώνουν αρκετές σελίδες για να περιγράψουν τον πολιτισμό και τα βασίλεια τους, τον τρόπο με τον οποίο ζουν, τις συνήθειες τους, οι οποίες επί το πλείστον είναι ειρηνικές και καλαίσθητες, αλλά και υμνούν τις ξεχωριστές τους ιδιότητες στη μάχη και τον πόλεμο. Όπλα όπως το τόξο και το λεπτό ξίφος είναι άμεσα συνδεδεμένα με τα ξωτικά, το ίδιο και ο πράσινος μανδύας με το έμβλημα ενός μυθικού ζώου, συνήθως μονόκερου ή πήγασου.

Ας μην ξεχνάμε, όμως, και τη μυσταγωγία που τα χαρακτηρίζει. Πρόκειται για μια αίσθηση ιερού μυστηρίου που τα κάνει να απέχουν από τις κοινωνίες των ανθρώπων και των άλλων πλασμάτων. Ένα μυστήριο, βέβαια, που με τον καιρό η ομίχλη του διαλύθηκε λόγω της συχνής αναφοράς στην ξωτική φυλή και την πρωταγωνιστική της θέση στις ηρωικές ιστορίες που κάποιοι νεώτεροι συγγραφείς προσπαθούν να διατηρήσουν.

Πέρα από τα μάτια των ανθρώπων

Το μυστήριο αυτό ήταν που έπλασε τα ξωτικά στη φαντασία των ανθρώπων. Το μυστήριο και το άγνωστο, αυτό που προσπαθεί ο άνθρωπος να κατανοήσει και να εντάξει στη δική του οπτική, όπως συνέβη όχι μόνο με τα ξωτικά αλλά και με τα φαντάσματα, τους αγγέλους, τις θεότητες και τις ανάλογες υπάρξεις. Τα ξωτικά στην αρχή είχαν (και σε μερικά μέρη του κόσμου έχουν ακόμη) μια μεγάλη θέση στον κόσμο του εξωπραγματικού, τον αθέατο κόσμο που συνυπάρχει με το δικό μας. Στην ουσία δηλαδή, όταν μιλάμε για τα ξωτικά της πρώιμης φαντασίας των ανθρώπων, εννοούμε τα στοιχειά, τα αερικά του δάσους και του νερού, που άλλοτε φέρονται στους ξένους με καλοσύνη και άλλοτε ύπουλα και με πονηριά.


 Μύθοι, προέλευση και αντίληψη

Οι μύθοι και οι θρύλοι των ξωτικών αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη και κυρίως στις βόρειες χώρες, ξεκινώντας από τη Γερμανία και καταλήγοντας στη μακρινή και παγωμένη Ισλανδία, συμπεριλαμβανομένου και τη Δανία, τη Νορβηγία, τη Σουηδία και φυσικά τη Μεγάλη Βρετανία. Οι δοξασίες ποικίλουν από χώρα σε χώρα. Χαρακτηριστικές είναι αυτές της Αγγλίας όπου τα ξωτικά είναι μικρά στο σχήμα, σχεδόν όσο τα σπουργίτια και τα μικρά πουλιά, όμορφα με χαρακτηριστικά σαν αυτά των νεράιδων (fairies-sprites) με βοηθητικές διαθέσεις απέναντι στους ανθρώπους (φυσικά αυτούς που έχουν καλές προθέσεις). Στη βόρεια Αγγλία όμως, καθώς και στη Σκωτία, τα ξωτικά, έτσι όπως αναφέρονται σε μεσαιωνικές μπαλάντες και τραγούδια, έχουν περισσότερο ανθρώπινη μορφή (με κάποιο ανάλογο κάλος πάντα) και νοοτροπία ανάλογη των θεών των αρχαίων Ελλήνων (πλεονεξία και ζήλια). Για παράδειγμα στο τραγούδι Queen of the Elfland’s Nourice μια γυναίκα πέφτει θύμα απαγωγής από τη βασίλισσα των ξωτικών για να ξεγεννήσει το παιδί της βασίλισσας (με την προϋπόθεση ότι θα ήταν αγόρι) ενώ στη μπαλάντα Lady Isabel and the Elf-Knight ένα ξωτικό απαγάγει την όμορφη Ισαβέλλα, αυτή τη φορά όχι για να τη χρησιμοποιήσει σε κάτι αλλά για να τη δολοφονήσει. Η αντίληψη των ανθρώπων εκείνων των περιοχών, όπως αυτή αποκαλύπτεται στα τραγούδια και τα παραμύθια της εποχής, απέχει πολύ τόσο από τα ξωτικά της μεταγενέστερης εποχής (ηρωική λογοτεχνία) όσο και από τα ξωτικά με τα αγνά και παιδικά χαρακτηριστικά (fairies, sprites). Μάλιστα, επειδή σε αρκετά μέρη τα ξωτικά προκαλούσαν φόβο, οι άνθρωποι είχαν υιοθετήσει τρόπους προστασίας από αυτά. Για παράδειγμα στη Σουηδία οι κάτοικοι σχεδίαζαν μια πεντάλφα έξω από τις πόρτες τους ή σχημάτιζαν ένα σταυρό πάνω σε ασημένια πιάτα ώστε να απαγορεύσουν την είσοδο των ξωτικών στα σπίτια τους. Οι κυνηγοί, επίσης, φρόντιζαν να μην πλησιάζουν σε λίμνες την ώρα που έβγαινε ο ήλιος επειδή τις ώρες εκείνες τα ξωτικά χόρευαν σχηματίζοντας κύκλους που έμοιαζαν με ομίχλη. Αν κάποιος έβλεπε εκείνο το χορό τρελαινόταν (νεραιδοχτυπημένος) και δεν μπορούσε μετά να θεραπευτεί με κανένα μέσο, κάτι το οποίο πίστευαν και στην Ελλάδα τη Βυζαντινή περίοδο αλλά και κατά την Τουρκοκρατία. Πρόκειται για μια αντίληψη που έχει τις ρίζες της στα αρχαία χρόνια (νύμφες).

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι τα ξωτικά, από τόπο σε τόπο, έγιναν αντιληπτά ως διαφορετικά αλλά διατήρησαν κάποια κοινά στοιχεία. Άλλοτε παρουσιάστηκαν με ανθρώπινη μορφή (αρσενική ή μόνο θηλυκή), άλλοτε με παιδική και μικροσκοπική, άλλοτε με αέρινη και ακανόνιστη και άλλοτε ως αόρατες και πνευματικές υπάρξεις. Το ίδιο και η φύση τους που τα έκανε πότε να μοιάζουν σκανδαλιάρικα και πότε ευγενικά, επικίνδυνα και φιλικά. Διαφορετική παρουσιάστηκε επίσης η αντίληψη για την κατοικία τους. Στην Ισλανδία πίστευαν ότι κατοικούσαν στις πέτρες και τους βράχους ενώ σε άλλα μέρη στα δέντρα, τα δάση μα πιο πολύ στις λίμνες και στα ποτάμια.

Στην ουσία, σε αυτή την φάση τα ξωτικά δεν διαφέρουν από τα φαντάσματα, τα στοιχειά, τους καλικάτζαρους, τους νάνους (ένα ακόμα σπουδαίο κεφάλαιο στη λογοτεχνία του φανταστικού με το οποίο θα ασχοληθούμε σε άλλο τεύχος), τις νεράιδες και τις νύμφες. Και μιας που αναφέρθηκαν οι νύμφες, οι κατά αποκλειστικότητα γυναικείες θεότητες των στοιχείων της φύσης της Αρχαίας Ελλάδας, αξίζει να σημειωθεί ότι η ονομασία elf, η λέξη που αντιστοιχεί στη δική μας λέξη ξωτικό, είναι αγγλοσαξονικής προέλευσης (αολφ, αελφ, ελφ, από alb της λέξης albous δηλαδή λευκό-λευκός) με την οποία οι δυτικοί και βόρειοι λαοί προσπάθησαν να προφέρουν τη λέξη νύμφη και την αντίστοιχη λατινική της. Οπότε μπορούμε να πούμε ότι τα ξωτικά έχουν κατά κάποιο τρόπο ελληνική προέλευση. Η ομοιότητα άλλωστε των νυμφών με τα ξωτικά των δυτικών, τόσο στη φύση όσο και στις αντιδράσεις, καθώς και ο φόβος, ο σεβασμός και τα μέτρα προστασίας απέναντι τους, δικαιολογεί την προέλευση αυτή.

Κι εδώ γεννάται το εξής ερώτημα. Εφόσον οι αντιλήψεις των ανθρώπων για τα ξωτικά ήταν ανάλογες με αυτές των εχθρικών πλασμάτων, πως κατέληξαν στη μορφή αυτή με την οποία τα γνωρίζουμε σήμερα μέσα από τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική, τον κινηματογράφο και τα παιχνίδια; Πώς δηλαδή τα elves απέκτησαν οριστική ανθρώπινη μορφή, ομορφιά σαν αυτή των αγγέλων, ιδανικά όμοια με εκείνα των ιπποτών, σοφία σαν αυτή των μάγων και ζωή που θυμίζει Δρυίδες των Κελτών;


Γουίλιαμ Σαίξπηρ, Λόρδος Ντάνσανι και Τζον Ρ. Τόλκιν

Η απάντηση βρίσκεται στο έργο τριών εκ των σπουδαιότερων λογοτεχνικών φυσιογνωμιών όλων των εποχών. Ο λόγος για τους πασίγνωστους Βρετανούς Σαίξπηρ, Λόρδο Ντάνσανι και Τόλκιν οι οποίοι, βασισμένοι στους βορειοδυτικούς λαϊκούς θρύλους, έδωσαν μια διαφορετική λογοτεχνική πνοή στα μυθικά ξωτικά, φέρνοντας τα πιο κοντά στον άνθρωπο με τα γνωρίσματα του.

Στο έργο του Σαίξπηρ που φέρει τον τίτλο «Όνειρα Θερινής Νυκτός» γίνεται αναφορά στον αθέατο κόσμο των ξωτικών, τα οποία κρύβονται από τα μάτια των θνητών αλλά τους παρακολουθούν με μεγάλο ενδιαφέρον. Οι ξωτικοί κόσμοι αποκτούν πια τη χάρη του παραμυθιού και οι κάτοικοί τους ξεφεύγουν από τον χαρακτήρα του φοβερού και του απαγορευμένου. Τα ξωτικά του μεσαίωνα πεθαίνουν και γεννιούνται εκείνα του ονείρου και της γαλήνης. Το έργο αυτό και ο τρόπος με τον οποίο ο Σαίξπηρ δίνει ζωή στα ξωτικά, θα επηρεάσουν τους ρομαντικούς λογοτέχνες και αργότερα τον Λόρδο Ντάνσανι, ο οποίος θα γράψει το μυθιστόρημα «Η Κόρη του Βασιλιά της Χώρας των Ξωτικών», ίσως το πρώτο μυθιστόρημα φαντασίας των νεώτερων χρόνων όπου τα ξωτικά κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Ντάνσανι αξιοποιεί την ατμόσφαιρα και τη μαγεία από το έργο του Σαίξπηρ για να χτίσει την κοινωνία και τον τόπο διαμονής των ξωτικών όπως επίσης και τα γνωρίσματα τους, εσωτερικά (ευδαιμονία, ανεμελιά, αθωότητα, καλοσύνη, αγάπη, έρωτας) και εξωτερικά (νεότητα, χάρη, ομορφιά) με τη διαφορά όμως ότι τα ξωτικά του Ντάνσανι δεν παρουσιάζονται ως μικροσκοπικοί άνθρωποι αλλά έχουν ύψος περίπου όμοιο με αυτό των ανθρώπων.

Έτσι, στο έργο του Ντάνσανι, συναντάμε το πρώτο μοτίβο της νέας αντίληψης των ξωτικών. Ανθρώπινη μορφή, ανθρώπινες ιδιότητες (δεν πετούν, δεν εξαφανίζονται, δεν μεταμορφώνονται), αγέραστη ομορφιά, μυτερά αυτιά, χάρη, φιλοκαλία, σοφία και γνώση. Κάτι αντίστοιχο, δηλαδή, με τα ξωτικά του Τόλκιν.

Που ανιχνεύεται, όμως, το αρχέτυπο βάσει του οποίου οι τρεις εκφραστές του φανταστικού σχημάτισαν τα χαρακτηριστικά της ξωτικής φυλής; Γιατί εκείνοι, σε αντίθεση με τους προγενέστερους, δεν τα παρουσίασαν ως όντα μικροσκοπικά ή αερικά; Επειδή από όλους τους μύθους που οι λαοί σχημάτισαν για τα ξωτικά, εκείνοι προτίμησαν περισσότερο αυτούς των Σκανδιναβών.


ΠΗΓΗ
Read More »

Ουμπέρτο Έκο – Η οργή κάνει κακό ακόμη και στους καλύτερους


Η οργή είναι ένα πολύ παράξενο κακό. Δε θα μπορούσε να μην περιληφθεί ανάμεσα στα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα, επειδή είναι κακό να εξοργιζόμαστε. Το πρόσωπο παραμορφώνεται, χάνουμε τον λογικό έλεγχο των πράξεών μας, αφροί γεμίζουν το στόμα μας και είμαστε έτοιμοι να διαπράξουμε αδίκημα.

Η Βίβλος δεν είναι επιεικής με την οργή. Κάνει πολύ άσχημα ο Κάιν που εξοργίζεται επειδή ο Κύριος προτιμάει τα δώρα του Άβελ. Στο βιβλίο του Ιώβ διαβάζουμε ότι η οργή σκοτώνει τον άμυαλο. Στις Παροιμίες αναφέρεται ότι είναι άμυαλος όποιος αφήνει αμέσως να φανεί ο θυμός του κι ότι ο άνθρωπος που οργίζεται εύκολα δημιουργεί τους καβγάδες. Ο Εκκλησιαστής μας θυμίζει ότι ο φθόνος και η οργή συντομεύουν τη ζωή. Ο Ματθαίος λέει ότι όποιος οργίζεται εναντίον του αδερφού του θα καταδικαστεί την Ημέρα της Κρίσεως. Ο απόστολος Παύλος δεν επιδοκιμάζει τους οργίλους.


Η ανθρωπότητα, όμως, ποτέ δεν έπαψε να θαυμάζει μερικά ξεσπάσματα οργής, (όσο κι αν προκάλεσε άσχημες καταστάσεις, η οργή του Αχιλλέα έχει μια δική της ευγένεια), και σε ορισμένες περιπτώσεις έφτασε στο σημείο να αποδίδει την οργή ακόμη και στους Θεούς. Αν οι καταιγίδες αποτελούν εκδήλωση της θεϊκής οργής, θα λέγαμε ότι κατά τους θερινούς μήνες οι Θεοί οργίζονται με υπερβολική συχνότητα κι ότι η οργή τους είναι ακόμη και απαραίτητη για την ανάπτυξη της γεωργίας.

Όλοι οι μεγάλοι θεωρητικοί των παθών, αρχίζοντας απ’ τον Αριστοτέλη, έχουν κάτι να μας πουν για την οργή, στα περιορισμένα όμως όρια αυτού του σημειώματος δε μπορώ παρά να διαλέξω έναν μόνο συγγραφέα, και διαλέγω τον Άγιο Θωμά τον Ακινάτη, για έναν πολύ απλό λόγο. Χοντρός, ήρεμος, αγγελικός, δεν παρασύρεται απ’ την οργή, όπως μας λένε τόσες και τόσες θαυμάσιες ιστορίες για το πρόσωπό του, αλλά φροντίζει να εκδηλώνει το θυμό του με καυστικά ευφυολογήματα. Παρ' όλα αυτά, όπως μας πληροφορούν οι βιογράφοι του, ακόμη κι αυτός κάποτε παρασύρθηκε, κι αυτό έγινε όταν άρπαξε ένα αναμμένο κλαδί κι έδιωξε τη μισόγυμνη κοπέλα που τ’ αδέρφια του είχαν στείλει στο δωμάτιό του για να τον πείσει να μη γίνει καλόγερος. Υπήρξαν βέβαια και στιγμές που έδειξε τον ανυπόφορο χαρακτήρα του, όπως όταν αντιμετώπιζε τους θεωρητικούς του αντιπάλους και του άρεσε να τους διαμελίζει, έστω και μόνο στα χαρτιά.

Τι μας λέει ο Ακινάτης για την οργή; Ο ίδιος επεξεργάζεται μια λεπτότατη και εξαιρετικά περίπλοκη θεωρία των παθών. Το πάθος είναι μια πράξη της αισθησιακής τάσης στην οποία αντιστοιχεί μια κάποια αλλοίωση του κορμιού. Αυτή όμως η τάση των αισθήσεων μπορεί να διαχωριστεί σε επιθυμία (λαχτάρα) και σε οργή. Η επιθυμία αφορά το καλό και το κακό εφόσον τα έχουμε γνωρίσει, η οργή αφορά το καλό και το κακό καθόσον αποτελούν αντικείμενο φυγής ή κατάκτησης. Στο σημείο αυτό όμως πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι καλό και κακό είναι αυτό που η επιθυμία μας νιώθει σαν καλό ή κακό. Κι ο άγιος Θωμάς δε διστάζει να μας πει ότι για έναν ομοφυλόφιλο είναι καλό αυτό που «ορέγεται», δηλαδή η ομοφυλοφιλική επαφή. Στη συνέχεια βέβαια, θα έρθει ο ορθός λόγος (η σωστή λογική) και θα πει στον ομοφυλόφιλο ότι είναι κακό αυτό που ο ίδιος επιθυμεί σαν καλό. Και πρέπει να παραδεχτούμε ότι για τον άγιό μας δεν ήταν καθόλου εύκολο να σχεδιάσει αυτή την καθαρή φυσική των παθών, που η λογική αργότερα θα τα κρίνει, αυτά καθ’ αυτά όμως υπακούουν μόνο στους νόμους της επιθυμίας.


Ας έρθουμε όμως στην επιθυμία και τις υποδιαιρέσεις της. Η Αγάπη και το Μίσος είναι οι θετικές και αρνητικές κινήσεις μπροστά σ’ ένα καλό ή ένα κακό που αντιμετωπίζουμε τώρα. Η Απαντοχή και η Φυγή είναι οι κινήσεις προς ένα μελλοντικό καλό ή ένα μελλοντικό κακό. Η Ηδονή και ο Πόνος είναι οι κινήσεις προς ένα καλό ή κακό στο παρελθόν. Όπως βλέπουμε, τα πάθη κινούνται αντιθετικά και κατά ζεύγη.

Ας έρθουμε τώρα στην «όρεξη» οργής. Όταν το άτομο αντιμετωπίζει κάτι που δύσκολα μπορεί να κατακτηθεί, ή μετατρέπεται σε προσπάθεια (και τότε έχουμε την Ελπίδα και την Τόλμη) ή αποθαρρύνεται (και τότε έχουμε την Απελπισία και τον Φόβο). Η ελπίδα υπάρχει και στα ζώα, είναι άφθονη στους νέους και τους μεθυσμένους, είναι αιτία αγάπης, βοηθάει στην «επιχείρηση» για κατάκτηση. Ο φόβος κατακερματίζεται σε μια αξιοθαύμαστη ποικιλία: θαυμασμός, απορία, κατάπληξη, αγωνία, ψυχικό μπλοκάρισμα, κοκκίνισμα γι’ αυτό που κάνουμε, ντροπή γι’ αυτό που έχουμε κάνει, και προ-καλεί σφίξιμο στο πνεύμα και τρεμούλιασμα, εμποδίζοντας την επιχείρηση».

Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται η οργή, το μόνο πάθος που δεν αντιπαρατίθεται σε κανένα άλλο. Δεν έχει αντίθετα και συνεπώς είναι το αντίθετο του εαυτού του: με άλλα λόγια είναι ένα πάθος αντιφατικό. Η οργή θέλει και δεν θέλει. Θέλει το καλό, επειδή γεννιέται από μια βασανιστική λαχτάρα για δικαιοσύνη, θέλει όμως και το κακό εκείνων που διέπραξαν αδικίες. Θέλει ταυτόχρονα τη δικαιοσύνη και την αδικία, συλλογίζεται λογικά και παράλογα. Εκδηλώνεται σαν Χολή (που πυρπολεί την ψυχή), σαν Μανία (που σιγοκαίει για πολύ καιρό) και σαν Μνησικακία που δε βρίσκει ησυχία αν δεν επιτευχθεί η εκδίκηση. Προκαλεί μια παράξενη ευχαρίστηση, μια γλυκιά αναταραχή στην καρδιά, εμποδίζει όμως τη χρήση της λογικής και συχνά οδηγεί σε μια μακρόχρονη και τρομερή σιωπή. Η οργή είναι δυστυχισμένη γιατί στέκει στα μισά του δρόμου, ανάμεσα στη δράση και την απραξία, ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος.

Στο σημείο αυτό ας αφήσουμε τον Ακινάτη κι ας προσπαθήσουμε να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα. Να γιατί οι άνθρωποι αποδίδουν την οργή τόσο στο Θεό όσο και στους κολασμένους. Βρίσκεται εκτός θέσεως, είναι έξω από το σύστημα, αποτελεί το tilt στο σύστημα των παθών.


Στις μέρες μας την οργή τη λέμε και «λύσσα» και, όπως έχω γράψει κι άλλες φορές, η «λύσσα» είναι μια λέξη που εμφανίζεται με υπερβολική συχνότητα στις εφημερίδες. Μια τέτοια τρομακτική οργή φαίνεται πως εκδηλώνουν οι καταπιεσμένοι και τα θύματα της εκμετάλλευσης, οι σεισμοπαθείς κι ο πρόεδρος της δημοκρατίας, τα συνδικάτα και οι διαδηλωτές. Γιατί άραγε όλοι αυτοί συμπεριφέρονται οργισμένα, δηλαδή «λυσσασμένα»;

Ας προσπαθήσουμε να δώσουμε μιαν απάντηση: η οργή (ή «λύσσα») είναι ένα πάθος που εκδηλώνεται σε περιόδους κρίσης και είναι ένα πάθος λανθασμένο, τόσο στο καλό όσο και στο κακό. Οι μεγάλοι εγκληματίες, εκείνοι που τους θαυμάζουμε για την τελειότητα των εγκλημάτων τους, ποτέ δεν παρασείρονται από την οργή. Καλλιεργούν το φθόνο και το μίσος για πολύ καιρό, χτυπάνε παραμένοντας στη σκιά, αλλά δεν εξοργίζονται. Όπως δεν εξοργίζονται οι μεγάλοι μοραλιστές: διορθώνουν, επικρίνουν, επιπλήττουν, δείχνουν σεμνά ότι ενοχλήθηκαν, κάπου κάπου σαρκάζουν. Δεν εξοργίζονται οι μεγάλοι πολέμαρχοι και πολιτικοί, από τον Οδυσσέα ώς τον Ναπολέοντα. Η οργή παρέσυρε τον Αχιλλέα και είδαμε τι έγινε. Ο Θεός οργίστηκε με τον Αδάμ, ο Θεός που με ψυχρότητα και υπομονή είχε ολοκληρώσει το αριστούργημα της πλάσης, εξαιτίας της οργής προκαλεί το μεγαλύτερο μπέρδεμα της ιερός ιστορίας. Για το Θεό όμως, θα πρέπει ίσως να πούμε ότι συχνά προσποιείται τον οργισμένο, κι αυτό είναι κάτι άλλο, είναι παιδαγωγική τεχνική, όποιος προσποιείται τον οργισμένο δε σημαίνει ότι είναι οργισμένος.

Οι μεγάλοι επαναστάτες δεν εξοργίζονταν, ήταν ψυχροί υπολογιστές που υπολόγιζαν τα αντίθετα, το καλό και το κακό, το μίσος και την αγάπη, την ελπίδα και το φόβο, από τον Λένιν ώς τον Μάο κινούνταν με προσεχτικά ζυγίσματα των αντιθέσεων. Αντίθετα, οργισμένοι είναι οι λουντιστές, οι επαναστάτες της κακιάς ώρας που τα σπάζουν όλα εξαιτίας μιας συγκεχυμένης αγάπης για τη δικαιοσύνη. Διαπράττουν αδικία και γίνονται θύματα της αδικίας των άλλων, και πεθαίνουν αφού προκάλεσαν θανάτους.

Η οργή και η «λύσσα» είναι οι πλέον απολιτικές αρετές. Πρέπει να παραπονιόμαστε γιατί ζούμε σε μια εποχή εξαιρετικά σκοτεινή, όταν όλοι εκφράζουν οργή και όχι, όπως θά ’πρεπε, μίσος και αγάπη, ελπίδα ή τόλμη, απελπισία ή φόβο, επιθυμία ή απέχθεια. Αντίθετα: υπάρχει οργή, νευρωτικό πάθος (αυτό κι αν είναι), που δε μπορεί να οδηγήσει παρά στην ήττα, των φίλων και των εχθρών.

Κι όμως οι εφημερίδες, με τον τρόπο τους, εξυμνούν την οργή, και κάνουν άσχημα, η στάση τους είναι οργισμένη. Οργισμένες είναι οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, οργισμένος θα είναι ο αμερικανός πρόεδρος που θα πατήσει το κόκκινο κουμπί του πυρηνικού πολέμου, ή ο σοβιετικός ομόλογός του, οργισμένοι είναι οι αγιοταλάχ, και βλέπεις το χαμό που προκαλούν, οργισμένοι ήταν οι γάλλοι επαναστάτες την εποχή της Τρομοκρατίας, όταν παρέδιδαν την επανάσταση στα φθονερά και υπομονετικά χέρια της αντίδρασης που καραδοκούσε. Με την οργή φουσκώνουν τα λειριά και οι άνθρωποι μοιάζουν με γαλοπούλες. Μια κοινωνία που εκτιμά την οργή ή την εξαλλοσύνη σαν πολιτική αρετή, είναι μια κοινωνία που δεν έχει πλέον εμπιστοσύνη στη λογική και τον υπολογισμό. Τί ατυχία! Ζούμε σε μια κοινωνία οργισμένων και μας το αποδεικνύουν οι οδηγοί των αυτοκινήτων που κλείνουν την κυκλοφορία για να καυγαδίσουν για μια γρατσουνιά στον προφυλακτήρα του αμαξιού τους, έστω κι αν είναι από καουτσούκ.

Κι ανάμεσα σ’ όλους τους οργισμένους και τους έξαλλους, οι πιο επικίνδυνοι δεν είναι εκείνοι που έχουν άδικο, ούτε εκείνοι που πιστεύουν (αδίκως) ότι έχουν δίκαιο, αλλά εκείνοι που πραγματικά έχουν δίκαιο. Ο Θεός να μας φυλάει απ’ την οργή τους, γιατί είναι εξαιρετικά βλαβερή, πρώτα πρώτα για τους ίδιους, κι αποτελεί σημάδι της υποταγής τους. Πώς όμως να τους σώσουμε όταν κι ο ίδιος ο Θεός δείχνεται ανεκτικός στην οργή, ίσως για να τους εξαπατήσει και να τους οδηγήσει στην απώλεια;


Από το βιβλίο του Ουμπέρτο Έκο - Le bustine di Minerva ― ελλην.μετάφρ.Θόδωρου Ιωαννίδη με τον τίτλο "Σημειώματα"(Εκδοτικός Οργανισμός Θεσσαλονίκης)

ΠΗΓΗ

Read More »

Αρκάς: Ο μεγάλος "γνωστός - άγνωστος" σκιτσογράφος!



Είναι βέβαιο, κατά κοινή ομολογία, πως οι περισσότεροι από μας, σε κάποια φάση της ζωής μας, έχουμε έρθει σε επαφή με την  λεγόμενη ”ένατη τέχνη”, τον υπέροχο κόσμο των κόμικς. Μια τέχνη ανήσυχη, που ήρθε να ανατρέψει το κλασικό παραμύθι μέσα από το πολύμορφο καρέ, αλλά και τα ευφάνταστα συννεφάκια, την ίντριγκα ανάμεσα στο λόγο και την εικόνα και ήρθε να μυήσει τα παιδιά, αλλά και τους όλο και αυξανόμενους φανατικούς ενήλικες αναγνώστες, στον σαρκασμό, το γέλιο και το έξυπνο χιούμορ. Τα κόμικς, ωστόσο, δεν είναι απλώς οι εικόνες που βλέπουμε στα περιοδικά. Πίσω από αυτές, υπάρχουν οι άνθρωποι, οι σκιτσογράφοι και οι σεναριογράφοι, που μέσα από τις ελλειπτικές εικόνες και τον αφαιρετικό λόγο προσπαθούν να εξωτερικεύσουν τα συναισθήματα τους, να μετατρέψουν τις όμορφες ιδέες τους σε μηνύματα, να ασκήσουν την κριτική τους μέσα από ευρηματικές κωδικοποιήσεις, να επικοινωνήσουν με το κοινό τους. Ένας από τους μεγαλύτερους σκιτσογράφους, λοιπόν, που υπηρετεί εδώ και τουλάχιστον τέσσερις δεκαετίες την τέχνη των κόμικς είναι ο γνωστός σε όλους μας  Α Ρ Κ Α Σ . Τα έργα του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη,  αδιαμφιβήτητα, έχουν σημαδέψει όλους εμάς που είχαμε την τύχη να τα απολαύσουμε και εξακολουθούν να μας συντροφεύουν και να μας προσφέρουν αστήρευτο γέλιο. Ένας Έλληνας μαέστρος του χιούμορ που μας κάνει να σκάμε στα  γέλια και  έχει καταφέρει με ένα δικό του μοναδικό τρόπο να του τα συγχωρούμε όλα, τις βλασφημίες και τις πολιτικές ακροβασίες, την αθυροστομία του και την ”πιπεράτη” γλώσσα, τα πικάντικα λογοπαίγνια, τα καυστικά του σχόλια, τα σαρκαστικά φιλοσοφικά του ερωτήματα και κάθε λογής απρέπεια που προκύπτει από τη δαιμόνια πένα του. Κι αυτό φυσικά γιατί όλοι τον λατρεύουμε!!



Παρ’ όλα αυτά, σε μια εποχή μάλιστα στην οποία σχεδόν όλοι οι καλλιτέχνες πρώτα διαπρέπουν ως σπουδαία πρόσωπα και έπειτα διαπιστώνεται η σπουδαιότητα των έργων τους, ο Αρκάς ανήκει στις ελάχιστες εξαιρέσεις ανθρώπων που προκαλούν το θαυμασμό με το έργο τους, ενώ ως πρόσωπα παραμένουν  στην αφάνεια. Βιογραφικές πληροφορίες δεν υπάρχουν, για φωτογραφία του ούτε λόγος, την ίδια ώρα που ελάχιστοι μπορούν να ισχυριστούν ότι τον γνωρίζουν προσωπικά. Και βέβαια το μυστήριο για το ποιος είναι τελικά ο Αρκάς συνεχίζει να μεγαλώνει στις μέρες μας, κάνοντας τους πάντες να αναρωτιούνται πως είναι δυνατόν την εποχή του διαδικτύου και της γρήγορης πληροφόρησης να μην μπορείς να βρεις πουθενά μια διασταυρωμένη πληροφορία! Πραγματικά εκπληκτικό και αξιοπερίεργο για το μέγεθος ενός κομίστα, με σχεδόν όλα του τα albums και τις ιστορίες του να σκαρφαλώνουν διαρκώς στις πρώτες θέσεις των best-seller, καθιστώντας τον τον μεγάλο ”γνωστό-άγνωστο” σκιτσογράφο.

Για την ταυτότητα του Αρκά δεν έχουν υποστηριχθεί πολλές θεωρίες, όπως θα περίμενε κανείς, κάποια πράγματα ωστόσο μαθαίνουμε από θραύσματα πληροφοριών εδώ κι εκεί. Στη δημόσια ζωή, ο Αρκάς εμφανίζεται με το όνομα ”Αντώνης Ευδαίμων”. Με αυτό το όνομα υπογράφει κείμενό του στο περιοδικό ”Βαβέλ” το 1984, τις πρώτες του απόπειρες στην επικράτεια των κόμικς, ενώ το ίδιο όνομα χρησιμοποιεί και σε εικονογράφηση διηγήματος του 1985 με τίτλο «Ένα παιδί και ο σκύλος του». Όμως, αυτό το όνομα φαίνεται να μην είναι τίποτε άλλο, παρά ένα ψευδώνυμο. Το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο ”Αρκάς”, που υιοθέτησε όταν ξεκίνησε, ακούγεται ότι οφείλεται στην καταγωγή του, πιθανότατα από την Αρκαδία. Την ίδια ώρα, άλλοι υποστηρίζουν ότι το πραγματικό του όνομα είναι Άρης Καστρινός, εξού και το ”ΑΡ-ΚΑΣ”, κανείς, ωστόσο, δεν γνωρίζει εάν αυτό είναι ένα ακόμη παρατσούκλι ή η αλήθεια. Ένα τρίτο όνομα που τον έχουμε δει να υπογράφει σε διάφορα κόμικς του είναι το  ”Γεράσιμος  Σπανοδημήτρης”. Σε ό,τι αφορά την ηλικία του Αρκά, εάν υπολογίσουμε τα χρόνια που σχεδιάζει, πρέπει σήμερα να είναι 55, το πολύ 60 ετών. Επίσης, είναι σχεδόν βέβαιο πως ο Αρκάς είναι φυσικά άνδρας, κάτι που μπορεί να κατανοήσει κανείς και από το ύφος του χιούμορ του. Εδώ όμως αρχίζει και τελειώνει κάθε εικασία για το ποιός είναι ο κορυφαίος κομίστας και το μυστήριο παραμένει. Ο Έλληνας καλλιτέχνης ασχολείται με την τέχνη των Κόμικς από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, δημοσιεύοντας αρχικά τον γνωστό ”Κόκορα” στο περιοδικό ”ΒΑΒΕΛ”. Το 1987 θα βρει τις ξεκαρδιστικές περιπέτειες του σεξουαλικά ασταθή και νευρωτικού κόκορα να φιλοξενούνται στη νέα του στέγη, το περιοδικό ”Παρά Πέντε” και κατόπιν στο αδελφάκι του ”Μικρό Παρά Πέντε”.



Το έργο του αποτελείται κυρίως από σειρές με συγκεκριμένο θέμα-πρωταγωνιστές που δημοσιεύονται σε περιοδικά και εφημερίδες και συγκεντρώνονται στη συνέχεια σε albums. Κάθε καινούργιο του album γίνεται ανάρπαστο ενώ κατά καιρούς συνεργάζεται με περιοδικά όπως το ”ΜΕΤΡΟ” και το ένθετο της Ελευθεροτυπίας ”Έψιλον”. Μέχρι τότε, βέβαια, μια νέα σειρά ιστοριών έχει ήδη μπει στην αγορά, το ”Show Business” (1983), με τη γενειοφόρο Θέκλα που παραμένει μια από τις εμβληματικές εικονογραφικά φιγούρες του!



Ακολουθεί το ”Ξυπνάς μέσα μου το ζώο” (1985),



ενώ η αμέσως επόμενη σειρά του ”Μετά την Καταστροφή” (1986) γίνεται ανάρπαστη!



Αφού κυκλοφορήσει ”Ο Παντελής και το Λιοντάρι” (1987) και το ”Φάε το Κερασάκι” της ίδιας χρονιάς, ο Αρκάς θα λανσάρει το 1988 την πασίγνωστη σειρά του ”Ο Ισοβίτης”, ο οποίος αρχίζει να δημοσιεύεται στην εφημερίδα ”Η Πρώτη”, πριν κυκλοφορήσει σε άλμπουμ και μετατραπεί κατόπιν σε τηλεοπτική σειρά με μαριονέτες και από εκεί και έπειτα η μία επιτυχία διαδέχεται την άλλη.



Την ώρα που συνεχίζει τις περιπέτειες του αδίκως καταδικασμένου σε 622 χρόνια κάθειρξης Ισοβίτη και του αυθάδη ποντικού Μοντεχρήστου



ο Αρκάς εγκαινιάζει άλλη μια σύντομη σειρά, τους ”Αταίριαστους Έρωτες” (1988),



Πριν λανσάρει μια από τις καλύτερες ιστορίες του: οι ”Χαμηλές Πτήσεις” αρχίζουν να πετούν χαμηλά το 1991 μέσα από τις σελίδες της ”Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας”, γινόμενες μια από τις δημοφιλέστερες σειρές του!





Συνεχίζοντας τις ”Χαμηλές Πτήσεις”, ο Αρκάς θα εγκαινιάσει μια νέα απόπειρα, που θα γίνει κι αυτή με τη σειρά της κλασική: ο ”Καστράτο” κυκλοφορεί στο περιοδικό ”Μετρό” το 1995, με τη φιλήδονη γάτα Λουκριτία και τον ευνουχισμένο γάτο Καστράτο να χαρίζουν άφθονο γέλιο στα μεγαλύτερα παιδιά.




Και τελικά το 1998, έπειτα από 7 συναπτά έτη των ”Χαμηλών Πτήσεων”, η ανάρπαστη σειρά θα δώσει τη θέση της στα ”Πειραματόζωα”, τη νέα χιουμοριστική προσπάθεια του ασίγαστου κομίστα, η οποία όμως σύντομα θα αντικατασταθεί από τον ερωτοχτυπημένο ”Καλό Λύκο”. Επόμενος σταθμός του Αρκά ”Η ζωή μετά”, που κυκλοφορεί στα τέλη του 1999 για να δώσει χιουμοριστικές απαντήσεις στο προαιώνια ερωτήματα της θνητότητας και της μεταθανάτιας ζωής!





Ο Αρκάς μας χάρισε και άλλες σειρές ιστοριών, όπως τα ”Επικίνδυνα Νερά” και τελευταία τους ”Συνομήλικους”, ενώ έχει συγγράψει και δύο θεατρικά έργα, που ανεβαίνουν συνήθως σε ενιαία παράσταση με τίτλο ”Επείγοντα Περιστατικά”: πρόκειται για τη σύνθεση των δύο μονόπρακτων ”Εχθροί εξ αίματος” και ”Βιολογικός μετανάστης”. Αποτελεί το πιο γνωστό εξαγώγιμο προϊόν μας στο χώρο των κόμικ, μιας και τα έργα του έχουν μεταφραστεί και σε πολλές  γλώσσες. Αν και τα σκίτσα του Αρκά είναι μοναδικά, η μεγάλη επιτυχία του οφείλεται κατά βάση στα κείμενα του. Το χιούμορ, η ευφυΐα και η πρωτοτυπία τους τα καθιστούν ξεχωριστά, ενώ οι διάλογοί του αγγίζουν σουρεαλιστικά επίπεδα, με μια αιχμηρή, μάλλον μαύρη, αίσθηση του χιούμορ.  Άψογος στο χειρισμό της γλώσσας, μοναδικός στο να παίζει με τις λέξεις, δημιουργεί απίστευτα εκκεντρικούς, έως σουρεαλιστικούς θα λέγαμε χαρακτήρες, με τον καθένα να έχει τις εμμονές του και τις ιδιαιτερότητες του. Ο Κόκορας και οι γάτες στο Καστράτο με το σεξ, ο Ισοβίτης και ο Παντελής με την ελευθερία, οι τελευταίοι άνθρωποι στη Γη, στην καλύτερη του ίσως δουλειά με τίτλο ‘Μετά την Καταστροφή’, φιλοσοφούν πάνω στις αξίες της ανθρωπότητας, τα Πουλιά πάνω στη σχέση πατέρα και παιδιού, Άγγελος και νεκρός στοχάζονται πάνω στη ζωή και το θάνατο. Αυτό που έχει καταφέρει, με λίγα λόγια, είναι να διαπραγματεύεται με μεγάλη ευκολία, μέσα από το σαρκαστικό του χιούμορ, θέματα απλά, καθημερινά αλλά και σοβαρά, που δεν παύουν να μας απασχολούν και να μας αγγίζουν όλους. 

Το μόνο σίγουρο, εν τέλει, είναι πως ο Αρκάς κατέχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά εκατομμυρίων Ελλήνων, είναι μια σταθερή αξία στον κόσμο των κόμικς και τα έργα του έχουν γαλουχήσει γενιές και γενιές, δίνοντας απλόχερα γέλιο μέσα από τά ξεκαρδιστικά καρέ των ιστοριών του. Αυτός είναι ο υπέροχος κόσμος του Αρκά, που σε τελική ανάλυση δεν είναι παρά ο δικός μας κόσμος, εμπλουτισμένος με τον σαρκασμό που του αρμόζει

ΠΗΓΗ


Read More »

Ζευγάρια – Αρκάς



Ζευγάρια παντρεμένα, ζευγάρια ελεύθερα, ζευγάρια νεαρά, ζευγάρια ώριμα, ζευγάρια ανώριμα! Όλων των ειδών τα ζευγάρια έχουν κάτι κοινό: αποτελούνται από δύο. Κι αυτοί οι δύο πρέπει να ταιριάζουν σαν ένα ζευγάρι κάλτσες, γιατί αλλιώς αρχίζουν τα προβλήματα. Προβλήματα όμως, που αν τα δεις απ’ την αστεία τους πλευρά, γίνονται πηγή άφθονου γέλιου.















ΠΗΓΗ
Read More »