Συμβουλές συγγραφής από εννέα λογοτέχνες



Με αφορμή την έκδοση στη Μεγάλη Βρετανία του δοκιμίου του Αμερικανού μυθιστοριογράφου Ελμορ Λέοναρντ «δέκα κανόνες για το γράψιμο», η εφημερίδα «Guardian» ζήτησε από γνωστούς συγγραφείς να αποκαλύψουν μερικά από τα «μυστικά του επαγγέλματος», να προσφέρουν, μέσα από την προσωπική τους πείρα, συμβουλές προς επίδοξους συναδέλφους τους.

Ελμορ Λέοναρντ

Απόφυγε τους προλόγους

- Ποτέ μην ξεκινάς ένα βιβλίο με τον καιρό. Αν θέλεις μόνο να δημιουργήσεις ατμόσφαιρα, και όχι να περιγράψεις την αντίδραση ενός ήρωα στις καιρικές συνθήκες, δεν πρέπει να μακρηγορείς. Ο αναγνώστης θα γυρίσει σελίδα ψάχνοντας για ανθρώπους. Υπάρχουν εξαιρέσεις. Αν τυχαίνει να είσαι ο Μπάρι Λόπεζ, που βρίσκει περισσότερους τρόπους από έναν Εσκιμώο για να περιγράψει τον πάγο και το χιόνι στο βιβλίο του Arctic Dreams, τότε μπορείς να κάνεις όσο ρεπορτάζ θέλεις για τον καιρό.

- Να αποφεύγεις τους προλόγους: ενδέχεται να είναι βαρετοί, ιδίως ένας πρόλογος που ακολουθεί μια εισαγωγή που ακολουθεί ένα προοίμιο. Βέβαια, αυτά συνήθως τα συναντάμε στα δοκίμια. Ο πρόλογος σε ένα μυθιστόρημα είναι η «πίσω ιστορία» και αυτήν μπορείς να την βάλεις οπουδήποτε. Υπάρχει ένας πρόλογος στο βιβλίο του Τζον Στάινμπεκ «Γλυκιά Πέμπτη», αλλά αυτός είναι μια χαρά γιατί ο ήρωας του βιβλίου επισημαίνει ακριβώς τους κανόνες που υποστηρίζω. Λέει: «Μ’ αρέσει η πολλή κουβέντα σ’ ένα βιβλίο και δεν μ’ αρέσει να μου λένε πώς είναι ο τύπος που μιλάει. Θέλω να καταλάβω πώς είναι από τον τρόπο που μιλάει».

- Ποτέ μη χρησιμοποιείς άλλο ρήμα από το «είπε» στους διαλόγους. Η φράση του διαλόγου ανήκει στον ήρωα· το ρήμα είναι ο συγγραφέας που χώνει τη μύτη του. Αλλά το «είπε» είναι λιγότερο παρεμβατικό από το «αποφάνθηκε», «προειδοποίησε», «μούγκρισε». Κάποτε έτυχε να δω μια φράση διαλόγου που η Μαίρη Μακάρθι την ολοκλήρωνε με το ρήμα «νουθέτησε» και σταμάτησα να διαβάζω για να πάω να βρω το λεξικό.

- Ποτέ μη χρησιμοποιείς ένα επίρρημα για να προσδιορίσεις το ρήμα «είπε»... αποκρίθηκε πένθιμα. Το να χρησιμοποιείς επίρρημα μ’ αυτό τον τρόπο (ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο) είναι θανάσιμο αμάρτημα. Ο συγγραφέας εκτίθεται έτσι, χρησιμοποιώντας μια λέξη που διακόπτει τον ρυθμό της συνομιλίας.

- Κράτα υπό έλεγχο τα θαυμαστικά σου. Επιτρέπονται μόνο δύο τρία σε κάθε 100.000 λέξεις πρόζας. Αν έχεις βέβαια την ικανότητα να παίζεις με τα θαυμαστικά όπως ο Τομ Γουόλφ, μπορείς να τα ρίχνεις μέσα με το τσουβάλι.

- Ποτέ μη χρησιμοποιείς τη λέξη «ξαφνικά». Αυτός ο κανόνας δεν χρειάζεται εξήγηση. Εχω παρατηρήσει ότι οι συγγραφείς που χρησιμοποιούν το «ξαφνικά» έχουν μια τάση ακράτειας με τα θαυμαστικά τους.

- Να χρησιμοποιείς με μεγάλη φειδώ τις τοπικές διαλέκτους, τις ντοπιολαλιές. Από τη στιγμή που θα αρχίσεις να γράφεις τις λέξεις φωνητικά και να φορτώνεις τις σελίδες με αποστρόφους, δεν θα μπορείς να σταματήσεις.

- Να αποφεύγεις τις λεπτομερείς περιγραφές των ηρώων. Στο «Λόφοι σαν άσπροι ελέφαντες» του Ερνεστ Χέμινγουεϊ, πώς είναι «ο Αμερικανός και η κοπέλα μαζί του»; «Εκείνη έβγαλε το καπέλο της και το άφησε πάνω στο τραπέζι». Αυτή είναι η μοναδική αναφορά στην εμφάνιση των προσώπων που υπάρχει στο αφήγημα.

- Μην περιγράφεις με λεπτομέρειες τόπους και πράγματα, εκτός κι αν είσαι η Μάργκαρετ Ατγουντ που μπορεί να ζωγραφίζει τοπία με λέξεις. Σίγουρα δεν θέλεις περιγραφές που να σταματούν τη δράση, να καθηλώνουν τη ροή της ιστορίας.

- Δοκίμασε να παραλείψεις τα μέρη που ο αναγνώστης τείνει να «πηδάει». Σκέψου τι πηδάς εσύ όταν διαβάζεις ένα μυθιστόρημα: πυκνές παραγράφους που βλέπεις ότι έχουν υπερβολικά πολλές λέξεις μέσα τους.

Ο πιο σημαντικός κανόνας είναι αυτός που συνοψίζει τους δέκα: Αν αυτό που έγραψα μοιάζει με γραπτό, το ξαναγράφω.

Νιλ Γκάιμαν

Τέλειωσε ό,τι γράφεις

- Γράψε

- Βάλε τη μια λέξη μετά την άλλη. Βρες τη σωστή λέξη, γράψε την.

- Τελείωσε αυτό που γράφεις. Ο,τι κι αν πρέπει να κάνεις για να το τελειώσεις, τελείωσέ το.

- Παράτησέ το για λίγο. Διάβασέ το προσποιούμενος ότι ποτέ πριν δεν το είχες διαβάσει. Δείξε το σε φίλους που σέβεσαι τη γνώμη τους.

- Θυμήσου: Οταν άνθρωποι σου λένε ότι κάτι δεν πάει καλά έχουν σχεδόν πάντα δίκιο. Οταν σου λένε ακριβώς τι δεν είναι σωστό και πώς να το διορθώσεις, κάνουν σχεδόν πάντα λάθος.

- Διόρθωσέ το. Να θυμάσαι ότι, αργά ή γρήγορα, προτού καταφέρεις να φτάσεις στην τελειότητα, θα αναγκαστείς να το αφήσεις και να προχωρήσεις παρακάτω. Η τελειότητα είναι σαν να κυνηγάς τον ορίζοντα.

- Να γελάς με τα δικά σου αστεία.

- Ο κύριος κανόνας για το γράψιμο είναι ότι αν το κάνεις με αρκετή σιγουριά και αυτοπεποίθηση, σου επιτρέπεται να κάνεις οτιδήποτε σ’ αρέσει. (Αυτό μπορεί να είναι κανόνας και για τη ζωή.) Γράψε λοιπόν την ιστορία σου όπως χρειάζεται να γραφτεί. Γράψε την τίμια και πες την όσο καλύτερα μπορείς. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν άλλοι κανόνες που να έχουν σημασία.

Τζόις Κάρολ Οουτς

Ο «ιδανικός αναγνώστης»

- Μην προσπαθείς να προβλέψεις τον «ιδανικό αναγνώστη» - μπορεί να υπάρχει αλλά τώρα διαβάζει κάτι άλλο.

- Γίνε ο δικός σου επιμελητής και κριτικός. Με κατανόηση, αλλά ανελέητος.

- Εκτός κι αν γράφεις κάτι πολύ αβανγκάρντ -πολύ μπερδεμένο, απόκοσμο, «σκοτεινό»- έχε τον νου σου στη δυνατότητα να χωρίζεις το κείμενο σε παραγράφους.

- Εκτός κι αν γράφεις κάτι πολύ μεταμοντέρνο -προκλητικό, με πολλή αυτοσυναίσθηση και αυτοεξέταση- έχε τον νου σου στη δυνατότητα να χρησιμοποιείς απλές λέξεις αντί για μακροσκελείς και εξεζητημένες.

- Θυμήσου τον Οσκαρ Γουάιλντ: «Η λίγη ειλικρίνεια είναι επικίνδυνη και η πολλή είναι απολύτως θανάσιμη».

- Η καρδιά σου ας είναι ανάλαφρη και αισιόδοξη. Αλλά να περιμένεις το χειρότερο.

Ρίτσαρντ Φορντ

Μη διαβάζεις κριτικές

- Παντρέψου κάποια που αγαπάς και που πιστεύει ότι είναι καλή ιδέα να είσαι συγγραφέας, και μην κάνεις παιδιά.

- Μη διαβάζεις τις κριτικές για σένα.

- Μη γράφεις κριτικές (η κρίση σου θα είναι πάντα χρωματισμένη).

- Μην καβγαδίζεις με τη σύζυγό σου νωρίς το πρωί και αργά το βράδυ.

- Μην πίνεις όταν γράφεις.

- Μη γράφεις επιστολές σε εφημερίδες.

- Μην εύχεσαι τα χειρότερα για τους συναδέλφους σου.

- Προσπάθησε να βλέπεις την καλοτυχία άλλων σαν ενθάρρυνση σε σένα.

- Μην ανέχεσαι καμιά βλακεία αν μπορείς να το αποφύγεις.

Ιαν Ράνκιν

Να μην εγκαταλείπεις

- Διάβαζε πολύ, γράφε πολύ.

- Μάθε να είσαι αυτοκριτικός και ποια κριτική να αποδέχεσαι.

- Να είσαι επίμονος.

- Να έχεις μια ιστορία που να αξίζει να την πεις.

- Μην εγκαταλείπεις.

- Να είσαι τυχερός και να παραμείνεις.

Π. Ντ. Τζέιμς

Οι λέξεις, η πρώτη ύλη

- Αύξησε το λεκτικό δυναμικό σου. Οι λέξεις είναι η πρώτη ύλη μας.

- Διάβαζε πολύ αλλά εκλεκτικά. Το κακό γράψιμο είναι μεταδοτικό.

- Μόνο με το γράψιμο αναπτύσσουμε το δικό μας στυλ.

- Γράψε αυτό που έχεις ανάγκη να γράψεις, όχι αυτό που είναι δημοφιλές ή που νομίζεις πως θα πουλήσει.

- Ανοιξε το μυαλό σου σε νέες εμπειρίες, ιδιαίτερα στη μελέτη άλλων ανθρώπων. Τίποτα απ’ όσα συμβαίνουν σε έναν συγγραφέα δεν πηγαίνει χαμένο.

Ντέιβιντ Χέαρ

Περί στυλ

- Γράφε μόνο όταν έχεις κάτι να πεις.

- Ποτέ μη δέχεσαι συμβουλές από κάποιον που δεν επενδύει στο αποτέλεσμα.

- Το στυλ είναι η τέχνη να βγάζεις τον εαυτό σου απέξω, όχι να βάζεις τον εαυτό σου μέσα.

- Αν κανένας δεν θέλει να ανεβάσει το έργο σου, ανέβασέ το εσύ.

- Τα αστεία είναι σαν τα χέρια και τα πόδια για έναν ζωγράφο. Μπορεί να μην είναι ακριβώς αυτό που θέλεις να κάνεις, αλλά πρέπει να μπορείς να τα σχεδιάζεις καλά.

- Το θέατρο ανήκει πρωταρχικά στους νέους.

- Ποτέ κανένας δεν έχει επιτύχει συνοχή και συνέπεια ως σεναριογράφος.

- Ποτέ μην πηγαίνεις σε τηλεοπτικό πάρτι διασημοτήτων που διαφημίζεται ως λογοτεχνική εκδήλωση.

- Ποτέ μην παραπονιέσαι ότι δεν σε καταλαβαίνουν. Μπορείς να επιλέξεις να είσαι κατανοητός ή να μην είσαι.

Τζάνετ Γουίντερσον

Απόλαυσέ το

- Κάτσε να δουλέψεις. Η έλλειψη πειθαρχίας σημαίνει έλλειψη ελευθερίας.

- Ποτέ μη σταματάς αν κολλήσεις. Γύρνα σελίδα και γράψε κάτι άλλο. Ποτέ μη σταματάς εντελώς.

- Να αγαπάς αυτό που κάνεις.

- Να είσαι έντιμη(ος) με τον εαυτό σου. Αν δεν είσαι καλή(ος), δέξου το. Αν η δουλειά που κάνεις δεν είναι καλή, δέξου το.

- Μην επιμένεις στην κακή δουλειά. Αν ήταν κακή όταν μπήκε στο συρτάρι, θα είναι το ίδιο κακή όταν την βγάλεις από κει.

- Αγνόησε όποιον δεν σέβεσαι.

- Μη δίνεις σημασία σε κανέναν που έχει προκαταλήψεις ως προς τα φύλα. Πολλοί άνδρες εξακολουθούν να πιστεύουν ότι οι γυναίκες δεν διαθέτουν φαντασία του φλογερού είδους.

- Να είσαι φιλόδοξη(ος) για τη δουλειά σου. όχι για την ανταμοιβή.

- Εχε εμπιστοσύνη στη δημιουργικότητά σου.

- Απόλαυσε τη δουλειά σου!

Ρόντι Ντόιλ

Δώσε πρώτα τίτλο

- Μην τοποθετείς τη φωτογραφία του αγαπημένου σου λογοτέχνη πάνω στο γραφείο, ιδιαίτερα αν είναι κάποιος που αυτοκτόνησε.

- Γέμιζε τις σελίδες όσο πιο γρήγορα γίνεται - με διπλά διαστήματα ή γράφοντας σε κάθε δεύτερη γραμμή. Κάθε καινούργια σελίδα να την βλέπεις σαν έναν μικρό θρίαμβο.

- Μέχρι να φτάσεις στη σελίδα 50. Ηρέμησε τότε και άρχισε να ανησυχείς για την ποιότητα. Νιώσε άγχος - αυτή είναι η δουλειά σου.

- Δώσε έναν τίτλο στο έργο σου όσο γρηγορότερα γίνεται. Ο Ντίκενς ήξερε ότι το «Ο Ζοφερός Οίκος» θα λεγόταν έτσι πριν το γράψει.

- Περιόρισε το σερφάρισμα στο Ιντερνετ σε δυο τρεις ιστοσελίδες τη μέρα. Μην πλησιάζεις τους διαδικτυακούς βιβλιοφάγους, εκτός κι αν κάνεις έρευνα.

- Επιτρέπεται να έχεις ένα λεξικό συνωνύμων, αλλά κρύψε το κάπου. Το πιθανότερο είναι οι λέξεις που σου έρχονται στο μυαλό να κάνουν μια χαρά τη δουλειά τους - π.χ. «άλογο», «έτρεξε», «είπε».

- Μπορείς ενίοτε να υποκύπτεις στον πειρασμό. Να σφουγγαρίσεις το πάτωμα, να απλώσεις τα πλυμένα. Είναι έρευνα.

- Επιτρέπεται να αλλάζεις γνώμη. Οι καλές ιδέες συχνά δολοφονούνται από τις καλύτερες. Κάποτε έγραφα ένα μυθιστόρημα για ένα μουσικό συγκρότημα ονόματι Partitions. Κι έπειτα αποφάσισα να το τιτλοφορήσω The Commit-ments.

- Μην ψάχνεις στο Amazon.com για το βιβλίο που δεν έγραψες ακόμα.

- Μπορείς να περνάς μερικά λεπτά κάθε μέρα σχεδιάζοντας το βιογραφικό σου σημείωμα του εξωφύλλου - «Μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στην Καμπούλ και τη Γη του Πυρός». Αμέσως μετά όμως να επιστρέφεις στη δουλειά.

Read More »

Η ευεργετική επίδραση της λογοτεχνίας



Η ευεργετική επίδραση της λογοτεχνίας στη ζωή των ανθρώπων μνημονεύεται, συχνά, με έναν τρόπο αόριστο. Η ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων, στην αντίληψη πολλών ανθρώπων, έχει τη σημασία μιας παιδευτικής και συνάμα ιαματικής διαδικασίας που συμβάλει στην πνευματική μας υγεία και ανάπτυξη. Υπάρχει, όμως, κάποιος που μπορεί να αποδείξει τις ευεργετικές ιδιότητες της λογοτεχνίας; «Ναι, υπάρχει», απαντούν καταφατικά ο καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο York του Καναδά Raymond Mar και ο καθηγητής γνωστικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο Keith Oatley.

Στις έρευνες που ολοκλήρωσαν με τη συμμετοχή αρκετών αναγνωστών, διαπιστώνουν ότι τα άτομα που διαβάζουν τακτικά και με προσοχή λογοτεχνικά βιβλία είναι σε θέση να κατανοούν καλύτερα τους άλλους, να συμπάσχουν μαζί τους και να βλέπουν τον κόσμο από την σκοπιά τους. Αναφέρονται στην προσεκτική και μάλλον αργή ανάγνωση βιβλίων, και όχι στην επιφανειακή και μηχανική κατανάλωση κειμένων στο διαδίκτυο. Οι ερευνητές θεωρούν ότι η προσεκτική ανάγνωση συμβάλλει σημαντικά και στην ενδυνάμωση της κριτικής σκέψης. Τονίζουν, μάλιστα, ότι η εξαφάνισή της θα έθετε σε κίνδυνο την πνευματική και συναισθηματική ανάπτυξη των νεώτερων γενεών που μεγαλώνουν μαθαίνοντας να διαβάζουν κείμενα μόνο στο διαδίκτυο.


Αρκετές έρευνες από τα πεδία της γνωσιακής επιστήμης, της ψυχολογίας και της νευροεπιστήμης καταλήγουν σε ανάλογα συμπεράσματα. Επιβεβαιώνουν ότι η αργή ανάγνωση, πλούσια σε λεπτομέρειες που ενεργοποιούν τις αισθήσεις, τα συναισθήματα και το μυαλό, συγκροτεί μια ξεχωριστή εμπειρία, τελείως διαφορετική από την απλή αποκωδικοποίηση λέξεων ή τη βουλιμική ανάγνωση κειμένων. Για να συμβεί όμως αυτό, απαιτούνται κάποιες προϋποθέσεις συνδεδεμένες με τα συμβατικά βιβλία και τους περιορισμούς τους. Ένα συμβατικό βιβλίο απελευθερώνει, για παράδειγμα, τον αναγνώστη από την διάσπαση που προκαλεί η ύπαρξη υπερκειμενικών πληροφοριών (Hyperlinks) και τον βοηθά να παραμένει προσηλωμένος στην αφήγηση.

Αυτή η προσήλωση, σύμφωνα με τους ερευνητές, υποστηρίζεται από τον τρόπο που ο εγκέφαλος χειρίζεται μια γλώσσα πλούσια σε λεπτομέρειες, συνειρμούς και μεταφορές: αυτά τα στοιχεία ευνοούν τις νοητικές αναπαραστάσεις που αναπτύσσονται στις ίδιες περιοχές που ο εγκέφαλος επεξεργάζεται ανάλογα γεγονότα της πραγματικής ζωής. Η επαφή μας με τις συναισθηματικές καταστάσεις και τα ηθικά διλήμματα μιας λογοτεχνικής ιστορίας είναι μια άριστη άσκηση για τον εγκέφαλο και αυξάνει την ικανότητά μας για ενσυναίσθηση στην πραγματική ζωή. Σε αυτό το σημείο η επιστήμη συναντά τις απόψεις του κορυφαίου Ρώσου συγγραφέα Λέοντα Τολστόι που δεν αντιμετώπιζε τα βιβλία ως πηγές ψυχαγωγίας, αλλά ως εργαλεία ψυχολογικής εκπαίδευσης, βελτίωσης του εαυτού και βαθύτερης κατανόησης των άλλων.

ΠΗΓΗ
Read More »

Υπήρξε ή δεν υπήρξε ο Σαίξπηρ;



Ο Φρόυντ, ο Τσάπλιν, ο Μαρκ Τουέιν και ένα μεγάλο κίνημα αμφισβητούν την αυθεντικότητα του έργου του. Μια «θεωρία συνωμοσίας» με σαιξπηρικά επιχειρήματα... 

Τι κοινό είχε ο πατέρας της ψυχανάλυσης, Σίγκμουντ Φρόυντ, με τον Τσάρλι Τσάπλιν και τον Μαρκ Τουέιν; Κανείς τους δεν πίστευε ότι ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ ήταν ο πραγματικός συγγραφέας των διάσημων θεατρικών έργων. Η θεωρία έχει διαδοθεί σε όλο τον κόσμο και αριθμεί εκατοντάδες χιλιάδες υποστηρικτές. Έχουν γραφτεί δεκάδες βιβλία που αναλύουν την υπόθεση και δίνουν τη δική τους ερμηνεία για την πραγματική ταυτότητα του συγγραφέα. Έχουν κυκλοφορήσει ακόμα και ταινίες, όπως το «Anonymous» του Roland Emmerich, που προβλήθηκε στους κινηματογράφους το 2011. Ελάχιστα στοιχεία είναι γνωστά για τη ζωή του Σαίξπηρ, πέρα από τη γέννηση, τον γάμο και τον θάνατό του. Δεν έχει σωθεί κανένα χειρόγραφο έργο, εκτός από έξι υπογραφές. Βέβαια καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του και για δύο αιώνες αφού πέθανε, κανείς δεν αμφισβήτησε ότι ήταν ο πραγματικός συγγραφέας των έργων. Η πρώτη φορά που αμφισβητήθηκε η ταυτότητα του συγγραφέα ήταν το 1848. Ο νεαρός Αμερικάνος ακαδημαϊκός, Σάμιουελ Σμάκερ, θέλοντας να εκφράσει τον θυμό του με όσους αμφισβητούσαν την ύπαρξη του Χριστού, έγραψε: «Με τον ίδιο τρόπο που κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο Χριστός δεν υπήρξε ποτέ, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι δεν υπήρξε κι ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ». Βέβαια ο Σμάκερ δεν είχε καμία πρόθεση να αποδείξει κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, χρησιμοποίησε τον Σαίξπηρ ως μία ιστορική βεβαιότητα για να δείξει πόσο ανόητοι φάνταζαν αυτοί που δεν πίστευαν στον Χριστό. 

Ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ ήταν αγράμματος 


Ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ γεννήθηκε το 1564 στο Στράτφορντ Απόν Έιβον, μία περιοχή της Αγγλίας που φημιζόταν κυρίως για τα πρόβατά της και όχι για την κουλτούρα της. Ο πατέρας του κατασκεύαζε γάντια και παντρεύτηκε μία αρκετά ευκατάστατη νεαρή, την Μαίρη Άρντεν. Μετά  τη γαμήλια τελετή υπέγραψαν τα πρακτικά με ένα σταυρό, όπως έκαναν όλοι οι αναλφάβητοι.... 

Ωστόσο, ο μικρός Γουίλιαμ στάθηκε εξαιρετικά τυχερός. Λίγο πριν τη γέννησή του, δημιουργήθηκε ένα καινούριο δημόσιο σχολείο, που απείχε λιγότερο από ένα χιλιόμετρο απ’ το σπίτι του. Δεν υπάρχει όμως κανένα έγγραφο που να αποδεικνύει ότι ο Σαίξπηρ μαθήτευσε εκεί. Οι λίστες με τους μαθητές έχουν εξαφανιστεί και οι «Αντι-Στρατφορντιστές», όπως αποκαλούνται οι υποστηρικτές της θεωρίας, πιστεύουν ότι ο Σαίξπηρ δεν πήγε ποτέ στο σχολείο και δεν έμαθε να γράφει! Η μυστήρια εξαφάνιση της λίστας αποδίδεται στον πραγματικό συγγραφέα των έργων, που προσπάθησε να αποκρύψει τον αναλφαβητισμό του Σαίξπηρ από τον κόσμο. Οι ελάχιστες υπογραφές του, που έχουν σωθεί σε έγγραφα, δεν βοηθούν την κατάσταση. Υπάρχουν μόνο έξι υπογραφές του Σαίξπηρ και κάθε μία, έχει γραφτεί με διαφορετική ορθογραφία, ενώ ο γραφικός του χαρακτήρας είναι δυσανάγνωστος. Είναι πολύ πιθανό, υποστηρίζουν οι Αντι-στρατφορντιστές, ότι είχε μάθει να «ζωγραφίζει» τα γράμματα της υπογραφής του, χωρίς όμως να γνωρίζει γραφή. Το ίδιο φαίνεται να έκανε και η μία απ’ τις κόρες του, η Σουζάνα, δύο υπογραφές της οποίας, παρουσιάζουν ομοιότητες με του πατέρα της. Η άλλη του κόρη, η Τζούντιθ, υπέγραφε με σταυρό, όπως όλοι οι αναλφάβητοι της εποχής. «Είναι δυνατόν τα παιδιά του μεγαλύτερου συγγραφέα της Βρετανίας να μην γνωρίζουν γραφή κι ανάγνωση;» αναρωτιούνται οι Αντι-στρατφορντιστές. 

Η «κοινή» καταγωγή του Σαίξπηρ...


Ο Σαίξπηρ είχε λάβει πολύ ταπεινή μόρφωση και δεν είχε καμία συγγένεια με λόρδους και αριστοκράτες. Ακόμα και όταν εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο και εργαζόταν ως ηθοποιός, δεν υπάρχει κανέναν στοιχείο που να αποδεικνύει ότι είχε επαφές με τις ανώτερες τάξεις. Όμως τα περισσότερα έργα του αφορούν βασιλιάδες, λόρδους και πολιτικά δρώμενα σε μακρινές χώρες, στις οποίες δεν είχε ταξιδέψει ποτέ. Οι Αντι-στρατφορντιστές θέτουν το εξής ερώτημα: «Πώς γίνεται ένας Βρετανός με τόσο ταπεινή καταγωγή, να γνωρίζει τις εθιμοτυπίες, τον τρόπο ομιλίας, τις σκέψεις, τις συνήθειες και τα προβλήματα των αριστοκρατών;»





Η διαθήκη και ο θάνατος 

Ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ πέθανε στις 23 Απριλίου του 1616, σε ηλικία 52 ετών. Στη διαθήκη του, την οποία έγραψε ο δικηγόρος του, δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά στη βιβλιοθήκη του ή σε κάποιο έργο του. Στα έργα του, ο Σαίξπηρ συμπεριέλαβε πληροφορίες σχετικά με τα μαθηματικά, την αστρολογία, τη βοτανολογία, λέξεις από τα ιταλικά, τα γαλλικά και τα λατινικά, γεωγραφικές πληροφορίες μακρινών χωρών. Λογικά, θα έπρεπε να είχε συγκεντρώσει μεγάλο αριθμό βιβλίων, που εκείνη την εποχή κόστιζαν πολύ ακριβά. Κι όμως, δεν αναφέρει ούτε μία φορά τα πολύτιμα βιβλία στη διαθήκη του. Ούτε βέβαια βρέθηκε ποτέ μία τέτοια βιβλιοθήκη στο πατρικό του σπίτι. Αν όχι από βιβλία, από πού απέκτησε όλες αυτές τις γνώσεις ο Σαίξπηρ; Σύμφωνα με τον συγγραφέα Μαρκ Τουέιν, ακόμα ένα στοιχείο που αποδεικνύει τη θεωρία, είναι η παντελής αδιαφορία του κόσμου για τον θάνατό του Σαίξπηρ. Όταν πέθαναν άλλοι μεγάλοι συγγραφείς και φιλόσοφοι της εποχής, όπως ο Φράνσις Μπέικον, ο Μπεν Τζόνσον κι ο Κρίστοφερ Μάρλοου, δημοσιεύτηκαν θρήνοι στις εφημερίδες, πλήθη συγκεντρώθηκαν στις κηδείες και τα νέα του θανάτου ταξίδεψαν σε όλη τη χώρα. Αν και τα θεατρικά έργα του Σαίξπηρ ήταν φοβερά αγαπητά και η αξία του συγγραφέα είχε αναγνωριστεί από τους σύγχρονούς του, κανείς δεν ασχολήθηκε με τον θάνατό του. Ούτε καν οι συγχωριανοί του από το Στράτοφορντ Απόν Έιβον.

 Ποιος ήταν ο πραγματικός «Σαίξπηρ» και γιατί κρυβόταν;... 


Οι πιθανοί «Σαίξπηρ» είναι δεκάδες, αλλά τρία ονόματα έχουν επικρατήσει. Πρόκειται για τον δικηγόρο, συγγραφέα και φιλόσοφο Φράνσις Μπέικον, τον επίσης θεατρικό συγγραφέα Κρίστοφερ Μάρλοου και τον Κόμη της Οξφόρδης, Έντουαρντ ΝτεΒίρ. Και οι τρεις είχαν λάβει εξαιρετική μόρφωση, είχαν πολύ στενές σχέσεις με τους αριστοκρατικούς κύκλους της Βρετανίας και φημίζονταν για τη δεινότητά τους στον γραπτό λόγο. Άλλωστε ο Μάρλοου ήταν διάσημος θεατρικός συγγραφέας και «ανταγωνιστής» του Σαίξπηρ. Γιατί όμως να ήθελε κάποιος να κρύψει, ότι ήταν ο πραγματικός συγγραφέας τόσο καταξιωμένων έργων; Σύμφωνα με τους Αντι-στρατφορντιστές, ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ χρησιμοποιήθηκε ως «βιτρίνα», έτσι ώστε ο πραγματικός συγγραφέας να αποφύγει την τιμωρία που θα του επέβαλε σίγουρα η βασίλισσα Ελισάβετ. Η λογοκρισία της εποχής ήταν εξαιρετικά σκληρή. Οποιοσδήποτε τολμούσε να μιλήσει εναντίον της βασίλισσας ή του Θεού, τιμωρούνταν με βασανιστήρια και θάνατο. Ο θεατρικός συγγραφέας Τόμας Κιντ βασανίστηκε και εκτελέστηκε, γιατί το έργο του θεωρήθηκε βλάσφημο και αιρετικό. Ο Κρίστοφερ Μάρλοου κινδύνευσε να εκτελεστεί, αλλά πέθανε πριν βγει η τελική απόφαση. Πολλοί άλλοι συγγραφείς συνελήφθησαν εξαιτίας των έργων τους, όχι όμως κι ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ. Δεν τον πείραξε κανείς, ακόμα και όταν ο Λόρδος του Έσεξ επαναστάτησε εναντίον της Ελισάβετ, χρησιμοποιώντας το έργο του Σαίξπηρ «Ριχάρδος Β», για να παρακινήσει τους υποστηρικτές του. Φυσικά η αμφισβήτηση του συγγραφέα, δεν μπορεί να αποδειχθεί και δεν είναι παρά ένα ακόμη φιλολογικό παιχνίδι, χωρίς νικητή. Άλλωστε η αξία των έργων του άντεξε σχεδόν πέντε αιώνες.... 

ΠΗΓΗ
Read More »

Η λογοτεχνία δημιουργεί ταυτότητα και ενότητα



Η λογοτεχνία, συντελώντας στη διαμόρφωση της γλώσσας, δημιουργεί ταυτότητα και ενότητα. Προηγουμένως, μίλησα για τον Δάντη, αλλά μπορούμε να σκεφτούμε και τι θα ήταν ο ελληνικός πολιτισμός χωρίς τον Όμηρο, ή ποια θα ήταν η γερμανική ταυτότητα χωρίς τη μετάφραση της Βίβλου από τον Λούθηρο, η ρωσική γλώσσα χωρίς τον Πούσκιν, ή ο ινδικός πολιτισμός χωρίς τα ποιήματα που τον θεμελιώνουν.

Ωστόσο, η λογοτεχνική πρακτική ασκεί ακόμα και το προσωπικό μας ιδίωμα. Σήμερα πολλοί θρηνούν για τη γέννηση ενός νεοτηλεγραφικού ιδιώματος που επιβάλλεται μέσα απ’ το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και τα μηνύματα των κινητών, όπου το «σ’ αγαπώ» μπορεί να παρασταθεί και μ’ ένα σύμβολο· ας μην ξεχνάμε όμως ότι οι νέοι που ανταλλάσσουν μηνύματα μ’ αυτή την καινούργια στενογραφία είναι, εν μέρει τουλάχιστον, οι ίδιοι που συναθροίζονται στους καινούργιους ναούς του βιβλίου, τα τεράστια πολυώροφα βιβλιοπωλεία, όπου ακόμα κι αν ξεφυλλίσουν χωρίς ν’ αγοράσουν, έρχονται σ’ επαφή με εκλεπτυσμένα και περίτεχνα λογοτεχνικά στυλ, με τα οποία οι γονείς τους, και πολύ περισσότερο οι παππούδες τους, δεν είχαν καμία εξοικείωση.

Μπορούμε ασφαλώς να πούμε ότι, παρόλο που είναι περισσότεροι σε σχέση με τους αναγνώστες των προηγούμενων γενεών, οι νέοι αυτοί αποτελούν μια μειοψηφία σε σύγκριση με τα δισεκατομμύρια των κατοίκων του πλανήτη μας· και δεν είμαι τόσο ιδεαλιστής, ώστε να πιστεύω ότι οι τεράστιες μάζες των ανθρώπων που στερούνται το ψωμί και τα φάρμακα, μπορούν να βρουν ανακούφιση στη λογοτεχνία. Ωστόσο θα ήθελα να κάνω μια παρατήρηση: ότι οι παλιάνθρωποι που φτιάχνουν συμμορίες χωρίς κανένα σκοπό και σκοτώνουν κόσμο πετώντας πέτρες από μια γέφυρα ή βάζουν φωτιά σε ένα κοριτσάκι, δεν γίνονται αυτοί που είναι επειδή τους διέφθειρε το Newspeak του υπολογιστή,  αλλά επειδή παραμένουν αποκλεισμένοι από τον κόσμο του βιβλίου και από κείνους τους χώρους όπου, μέσω της μόρφωσης και της συζήτησης, θα μπορούσαν να συλλάβουν τους απόηχους ενός σύμπαντος αξιών, που με τη σειρά του προέρχεται από τα βιβλία και παραπέμπει σ’ αυτά.

Περί λογοτεχνίας

Umberto Eco

ΠΗΓΗ
Read More »

10 πληροφορίες για το Όνομα του Ρόδου, το πιο γνωστό μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο


Λόγου χάριν, τι ή για την ακρίβεια ποιός ήταν η πραγματική έμπνευση πίσω από το παγκόσμιο best seller;

1.  Ο ακαδημαϊκός, στοχαστής και δοκιμιογράφος Ουμπέρτο Έκο λίγο πριν το κατώφλι των πενήντα του χρόνων γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα. Εκδίδεται με τον τίτλο Il nome della rosa από τον οίκο Bompiani στο Μιλάνο το 1980. Ενώ ο εκδοτικός οίκος είχε υπολογίσει ότι οι πωλήσεις του θα έφταναν τα 30.000 αντίτυπα, ξεπέρασαν τελικά τα 9.000.000 αντίτυπα παγκοσμίως κάνοντας τον Έκο γνωστό στον εξωακαδημαϊκό κόσμο (πηγή:Wikipedia).   

2. Το όνομα του ρόδου πρωτοκυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 1985 σε μετάφραση Έφης Καλλιφατίδη και συμβολή στην απόδοση των λατινικών κειμένων Μ.Γ.Μερακλή. Το ελληνικό κοινό μυήθηκε σε φιλοσοφικές και ιστορικές λεπτομέρειες του Μεσαίωνα, αλλά ταυτόχρονα υποδέχθηκε ενθουσιασμένο τη μεταμοντέρνα, πολυεπίπεδη γραφή του καθηγητή Σημειωτικής. 


Η πρώτη έκδοση
 3. Το Επιμύθιο στο όνομα του ρόδου (Γνώση, 1985) γράφτηκε ως «υστερόγραφο» λόγω των αποριών πολλών αναγνωστών για το πώς εμπνεύστηκε τον τίτλο ο συγγραφέας. Ο Έκο αρνήθηκε να ερμηνεύσει το κείμενό του. Δήλωσε μόνο το εξής: «Η ιδέα του Ονόματος του ρόδου μου ήρθε σχεδόν τυχαία και μου άρεσε γιατί το ρόδο είναι ένα συμβολικό σχήμα, τόσο βεβαρημένο με νοήματα που δεν του έχει απομείνει πια σχεδόν κανένα: μυστικό ρόδο, και το ρόδο έζησε όσο ζουν τα ρόδα, ο πόλεμος των δύο ρόδων, ένα ρόδο είναι ένα ρόδο είναι ένα ρόδο είναι ένα ρόδο, ο ροδόσταυρος, ευχαριστώ για τα υπέροχα ρόδα, δροσερό και μυρωμένο ρόδο. Δίκαια ο αναγνώστης κατέληγε σε σύγχυση, αδυνατούσε να επιλέξει ερμηνεία έστω κι αν είχε συλλάβει τις πιθανές νομιναλιστικές αναγνώσεις του τελικού στίχου, ήταν ακριβώς στο τέλος που έφτανε εκεί, όταν ήδη είχε κάνει ποιος ξέρει πόσες άλλες επιλογές. Ο τίτλος πρέπει να συγχέει τις ιδέες και όχι να τις συγκροτεί» (σελ.11).   

4. Ο Έκο ξεκίνησε να γράφει το Όνομα του ρόδου το Μάρτιο του ’78, όπως αναφέρει, «ωθούμενος από μια σπερματική ιδέα. Ήθελα να δηλητηριάσω κάποιον μοναχό» (Επιμύθιο, σελ.19).   

5. Το διάσημο μυθιστόρημα όταν πρωτοκυκλοφόρησε ήταν δύσκολο να καταταχθεί σ’ένα λογοτεχνικό είδος. Θα μπορούσε να διαβαστεί ως γοτθική νουβέλα, μεσαιωνικό χρονικό, αστυνομικό μυθιστόρημα, ιδεολογικό αφήγημα, αλληγορία, ανάλογα με το γνωστικό επίπεδο του αναγνώστη. Η L’Express είχε σχολιάσει μάλλον καίρια ότι «το μυθιστόρημα αυτό ανήκει στην κατηγορία των φιλοσοφικών αφηγημάτων του Βολταίρου...Με την διασκεδαστική αμφίεση μιας λόγιας μυθιστορίας, αποτελεί μια έντονη ικεσία για ελευθερία, μετριοπάθεια και σοφία.» (από το οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης του Ονόματος του ρόδου, Γνώση 1985).     

Σον Κόνερυ,Κρίστιαν Σλέιτερ στην ομώνυμη ταινία

6. Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ζαν-Ζακ Ανό το 1986 με πρωταγωνιστή τον Σον Κόνερυ στο ρόλο του Γουίλιαμ της Μπάσκερβιλ και τον Κρίστιαν Σλέιτερ ως Άντσο. Ο Σον Κόνερυ ερμηνεύει έναν ορθολογιστή ντετέκτιβ, τύπου Σέρλοκ Χολμς, με ράσο Φραγκισκανού καλόγηρου 14ου αιώνα. Όμως ο Έκο δεν ικανοποιήθηκε από τη σκηνοθεσία και γι’αυτό κατόπιν απέρριψε την πρόταση Κιούμπρικ για το Εκκρεμές του Φουκώ (πηγή:Wikipedia).    

7. Το χαμένο χειρόγραφο του Αριστοτέλη Περί Κωμωδίας που είναι η αφορμή των φόνων στην ασφυκτική μονή των Βενεδικτίνων, τόπο της πλοκής στο Όνομα του ρόδου, αποτελεί και ένα σύμβολο για το βασικό ρόλο που διαδραματίζουν τα βιβλία και οι βιλιοθήκες στο έργο του Έκο. Όσον αφορά τα «επικίνδυνα» βιβλία, το εν λόγω χειρόγραφο του Αριστοτέλη θεωρείται από τον Έκο «επικίνδυνο μόνο από τον κακό της υπόθεσης», ενώ το νόημα του μυθιστορήματός του είναι ακριβώς αυτό: τα βιβλία πρέπει να προστατεύονται και να μην κρύβονται (Ανταίος Χρυσοστομίδης, Οι κεραίες της εποχής μου ΙΙ, Καστανιώτης, 2013, σελ.513).   

8. Το 1999 η Le Monde και η γαλλική αλυσίδα Fnac συμπεριέλαβαν Το όνομα του ρόδου στη λίστα με τα 100 αριστουργήματα του 20ου αιώνα (πηγή: Wikipedia).   

9. Ο Έκο μιλάει για τον «πρότυπο αναγνώστη» του. Τον θέλει συνένοχό του σ’ένα κείμενο μεσαιωνικό, ζώντας τον Μεσαίωνα σαν να ήταν η εποχή του και το αντίστροφο, μετασχηματίζοντας τον αναγνώστη με το να του δώσει «λατινικά, κι ελάχιστες γυναίκες, μπόλικη θεολογία και άφθονο αίμα» για να του φανεί ευχάριστη μια συμφωνία με τον διάβολο. «Το μόνο πράγμα που μας τρομοκρατεί, το μεταφυσικό δηλαδή ρίγος» εξυπηρετούσε, κατά τον συγγραφέα, το πιο μεταφυσικό και φιλοσοφικό πρότυπο πλοκής στο Όνομα του ρόδου: το αστυνομικό μυθιστόρημα (Επιμύθιο, σελ.48-49). 

Το όνομα του ρόδου κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός,
σε μετάφραση Έφης  Καλλιφατίδη.

10. Η αισθητική του Μεσαίωνα κυριάρχησε στο δοκιμιακό σύμπαν του Έκο άλλα στο Όνομα του ρόδου η δραστηριότητά του ως φιλόσοφου πέρασε σ’εκείνη του αφηγητή. Πιστός στις μακροσκελείς, λόγιες συζητήσεις περί Θωμά Ακινάτη και Σχολαστικισμού μεταξύ εκπροσώπων μοναστικών ταγμάτων και Ιεράς Εξέτασης, δεν σταμάτησε μπροστά στις συμβάσεις του ιστορικού μυθιστορήματος. Οι μεσαιωνικοί του ήρωες καινοτομούν, ενώ οι μεταγενέστεροι σκέπτονται μεσαιωνικά με αποτέλεσμα ο συγγραφέας να παραθέτει την εξής διασκεδαστική σκέψη: «κάθε φορά που ένας κριτικός ή αναγνώστης έγραψαν ή είπαν ότι κάποιος ήρωάς μου ισχυρίζεται πράγματα υπερβολικά νεοτεριστικά, επρόκειτο για περιπτώσεις και μόνον που είχα χρησιμοποιήσει χωρία κειμένων του 14ου αιώνα. Και υπάρχουν άλλες σελίδες όπου οι αναγνώστες εξετίμησαν ως εξαιρετικά μεσαιωνικές, στάσεις τις οποίες εγώ αισθανόμουν ως αθέμιτα νεοτεριστικές. Γεγονός είναι ότι καθένας έχει τη δική του, συνήθως φθαρμένη, εντύπωση για το Μεσαίωνα. Μόνον εμείς, οι καλόγεροι της εποχής εκείνης, ξέρουμε την αλήθεια, αν όμως την πούμε, μπορεί μερικές φορές να μας οδηγήσει στην πυρά» (Επιμύθιο, σελ.72-73). 

ΠΗΓΗ
Read More »

Πως ν αγαπάς τη ζωή σήμερα – Πως ο Προυστ μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου


Σ’ ελάχιστα πράγματα αφιερώνονται οι άνθρωποι τόσο ολόψυχα όσο στη δυστυχία. Σε σημείο ώστε, αν τυχόν μας είχε τοποθετήσει στη Γη κάποιος μοχθηρός δημιουργός αποκλειστικά και μόνο για να υποφέρουμε, θα ήταν θεμιτό να συγχαρούμε τον εαυτό μας για την ενθουσιώδη μας ανταπόκριση.

Υπάρχει, εξάλλου, πληθώρα λόγων για να νιώθουμε βαθιά θλίψη: η αδυναμία του σώματός μας, το άστατο του έρωτα, οι ανειλικρίνειες της κοινωνικότητας, οι συμβιβασμοί της φιλίας, η απονεκρωτική επίδραση της έξης. Μπροστά σε επίμονα δεινά όπως αυτά, θα ήταν ίσως φυσικό να μην υπάρχει τίποτε που να το αναμένουμε με τόση προσμονή όσο τη στιγμή που θα ξεψυχήσουμε.

Αν ήθελε κανείς να διαβάσει εφημερίδα στο Παρίσι της δεκαετίας του 1920, ίσως να διάλεγε μία που λεγόταν "Ο αδιάλλακτος". Φημιζόταν για τις διασταυρωμένες ειδήσεις της και για τις στήλες με τα κοσμικά, για τις πολλές μικρές αγγελίες της και για τα δηκτικά σημειώματα του εκδότη της. Αρεσκόταν, επίσης, να θέτει μεγάλα ερωτήματα και να ζητά από επιφανείς Γάλλους την απάντησή τους: «Ποια πιστεύετε ότι θα ήταν η ιδεώδης παιδεία για την κόρη σας;». «Έχετε να υποδείξετε κάτι για να αντιμετωπιστεί η κυκλοφοριακή συμφόρηση της πόλης;» Το καλοκαίρι του 1922 η εφημερίδα απηύθυνε προς τους αναγνώστες της ένα αρκετά εξεζητημένο ερώτημα.

Έστω ότι κάποιος Αμερικανός επιστήμονας ανακοινώνει ότι επίκειται το τέλος του κόσμου ή, εν πάση περιπτώσει, ότι πρόκειται να καταστραφεί ένα μεγάλο τμήμα της ηπείρου, και μάλιστα τόσο ξαφνικά, ώστε να είναι βέβαιο ότι εκατομμύρια άνθρωποι θα παραδώσουν το πνεύμα. Αν επιβεβαιωνόταν η πρόβλεψη, ποια επίδραση πιστεύετε ότι θα ασκούσε στον κόσμο από τη στιγμή της επαλήθευσής της και ως την εκδήλωση της καταστροφής; Και, τέλος, τι θα κάνατε εσείς προσωπικά τη στερνή εκείνη ώρα;

Η πρώτη εξέχουσα προσωπικότητα που απάντησε στο ζοφερό αυτό σενάριο περί ατομικού όσο και παγκόσμιου αφανισμού ήταν ένας διαπρεπής τότε αλλά ξεχασμένος σήμερα άνθρωπος των γραμμάτων, ονόματι Ανρί Μπορντό, ο οποίος υποστήριξε πως η συντριπτική πλειονότητα θα όδευε αμέσως προς την πλησιέστερη εκκλησία ή την πλησιέστερη κρεβατοκάμαρα, αν και ο ίδιος απέφυγε να μπει στη δύσκολη θέση και να επιλέξει, με τη δικαιολογία ότι θα αξιοποιούσε την τελευταία του ευκαιρία για να αναρριχηθεί σε κάποιο αλπικό όρος και να θαυμάσει το τοπίο και τη χλωρίδα.

Μια άλλη διακεκριμένη μορφή της παρισινής ζωής, η καταξιωμένη ηθοποιός Μπερτ Μποβύ, δεν πρότεινε δραστηριότητες αναψυχής, αλλά διατύπωσε τη δήθεν σεμνότυφη ανησυχία πολλών ότι, αφ’ ης στιγμής οι πράξεις των ανθρώπων θα έπαυαν να έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες, οι άντρες θα εξαχρειώνονταν.

Εξίσου δυσοίωνη προφητεία συνεισέφερε και μια πασίγνωστη χειρομάντισσα εκ Παρισίων, η Μαντάμ Φραγιά, που αποφάνθηκε ότι οι άνθρωποι δεν επρόκειτο να αναλώσουν τις τελευταίες ώρες τους προσηλωμένοι πνευματικά στο υπερκόσμιο μέλλον τους και ότι η απόλαυση των εγκοσμίων θα τους απορροφούσε τόσο, ώστε να μην τους απασχολεί διόλου η προετοιμασία της ψυχής τους για τη μετά θάνατον ζωή — υποψία που επαληθεύτηκε όταν ένας άλλος αρθρογράφος, ο Ρόμπερτ Χένρι (Αμερικανός ζωγράφος), διακήρυξε με εύθυμο ύφος την πρόθεσή του να αφοσιωθεί ολόψυχα σε μια τελευταία παρτίδα μπριτζ, τένις και γκολφ.

Ο τελευταίος επιφανής που έμελλε να ερωτηθεί σχετικά με τα σχέδιά του για τις τελευταίες ώρες πριν από την καταστροφή ήταν ένας μονήρης, μυστακοφόρος συγγραφέας που δε φημιζόταν για το ενδιαφέρον του προς το γκολφ, το τένις ή το μπριτζ [μολονότι είχε δοκιμάσει κάποτε να παίξει ντάμα, ενώ είχε βοηθήσει και δύο φορές στο πέταγμα χαρταετού], ένας άνθρωπος που είχε περάσει τα δεκατέσσερα προηγούμενα χρόνια ξαπλωμένος στο στενό κρεβάτι του, κάτω από μια στοίβα μάλλινες κουβέρτες με αραιή πλέξη, όπου έγραφε ένα ασυνήθιστα εκτενές μυθιστόρημα, χωρίς καν να διαθέτει λαμπατέρ της προκοπής. Ήδη από την έκδοση του πρώτου τόμου, το 1913, το έργο Αναζητώντας το χαμένο χρόνο είχε εγκωμιαστεί ως αριστούργημα- ένας Γάλλος κριτικός είχε συγκρίνει το συγγραφέα με τον Σαίξπηρ, ένας Ιταλός κριτικός τον παρομοίαζε με τον Σταντάλ και μια πριγκίπισσα της Αυστρίας είχε προσφερθεί να γίνει σύζυγός του. Ο ίδιος ουδέποτε είχε σε μεγάλη εκτίμηση το άτομό του [«Μακάρι να μπορούσα να προσδώσω μεγαλύτερη αξία στον εαυτό μου! Αλίμονο! Είναι αδύνατον!»] — κάποτε, δε, είχε περιγράφει τον εαυτό του ως ψύλλο και το έργο του ως γλύκισμα που προκαλούσε δυσπεψία- παρ’ όλα αυτά, ο Μαρσέλ Προυστ είχε σαφείς λόγους να νιώθει ικανοποιημένος. Ακόμη και ο Βρετανός πρέσβης στη Γαλλία, άνθρωπος με πλήθος γνωριμιών και με συνετή κρίση, είχε θεωρήσει σκόπιμο να του απονείμει τα εύσημα, έστω και όχι ευθέως, για τη λογοτεχνική του αξία: «Είναι ο πλέον αξιοσημείωτος άνθρωπος που έχω γνωρίσει, διότι δεν αποχωρίζεται το πανωφόρι του ούτε καν κατά τη διάρκεια του δείπνου».


Ο Προυστ ανταποκρινόταν με ζήλο στις εφημερίδες που ζητούσαν τη συνεργασία του και ήταν γενικά ευπροσήγορος άνθρωπος. Έστειλε, λοιπόν, την εξής απάντηση στον Αδιάλλακτο και στον Αμερικανό επιστήμονα της συμφοράς:

Νομίζω ότι η ζωή, αίφνης, θα μας φαινόταν υπέροχη, αν τυχόν μας απειλούσε ο θάνατος, όπως λέτε. Σκεφτείτε μόνο πόσα σχέδια, ταξίδια, ειδύλλια ή μελήματα μας επιφυλάσσει, τα οποία καθίστανται αόρατα ένεκα της οκνηρίας μας που, με τη βεβαιότητα ότι υπάρχει μέλλον, αναβάλλει επ’ αόριστον.

Αλλά μπροστά στην απειλή ότι όλ’ αυτά θα έπαυαν διά παντός να είναι εφικτά, πόσο ωραία θα μας φαινόταν ξανά η ζωή! Αχ! Ας μην ήταν να γίνει τώρα αυτή η καταστροφή και δε θα διστάζαμε διόλου να επισκεφτούμε τις νέες αίθουσες του Λούβρου, να πέσουμε στα πόδια της δίδας X, να ταξιδέψουμε στην Ινδία.

Η καταστροφή δεν επέρχεται, αλλά εμείς δεν κάνουμε τίποτε απ’ όλα αυτά, διότι επανερχόμαστε στην καρδιά της καθημερινότητας, όπου η ολιγωρία νεκρώνει την επιθυμία μας. Κι όμως δε θα έπρεπε να έχουμε ανάγκη την καταστροφή για να αγαπούμε τη ζωή σήμερα. Θα ήταν αρκετό να σκεφτούμε ότι είμαστε άνθρωποι και ότι μπορεί κάλλιστα να πεθάνουμε απόψε.

Το ότι προσηλωνόμαστε στη ζωή αμέσως μόλις αντιληφθούμε το επικείμενο του θανάτου υποδηλώνει ότι, ενόσω το τέλος ήταν εκτός του οπτικού μας πεδίου, δεν είχαμε χάσει το κέφι μας για την ίδια τη ζωή, αλλά για την τετριμμένη εκδοχή της που βιώνουμε, ότι δηλαδή η δυσφορία μας ήταν μάλλον αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής και όχι κάποιας ανέκκλητης κατήφειας που είναι τάχα εγγενής στο ανθρώπινο βίωμα. Αν τυχόν εγκαταλείπαμε την πεποίθηση που μας διακρίνει συνήθως, ότι είμαστε αθάνατοι, θα μας έρχονταν στο νου πλήθη δυνατοτήτων, τις οποίες ουδέποτε επιχειρήσαμε να πραγματώσουμε και οι οποίες λανθάνουν κάτω από την επιφάνεια αυτής της φαινομενικά ανεπιθύμητης, φαινομενικά αιώνιας ύπαρξης.


Εφόσον, όμως, φέρεται να είναι βέβαιο ότι αν παραδεχτούμε τη θνητότητά μας, θα παρακινηθούμε να αναθεωρήσουμε τις προτεραιότητες μας, τι μας εμποδίζει να τις επανεκτιμήσουμε από τώρα, χωρίς αυτή την ευκαιρία; Ίσως, πράγματι, να βιώναμε κατά το ήμισυ τη ζωή μας, πριν έρθουμε αντιμέτωποι με τις συνέπειες του θανάτου — όμως σε τι συνίσταται να ζεις στο ακέραιο; Το να αποδεχτούμε απλώς το αναπότρεπτο του θανάτου δεν εγγυάται ότι θα βιώσουμε βαθιά κάποια λογική απάντηση στο ερώτημα πώς θα συμπληρώσουμε το υπόλοιπο ημερολόγιό μας. Ενδέχεται, μάλιστα, ο πανικός μας για το τικ τακ του ρολογιού να μας εξωθήσει σε θεαματικές απερισκεψίες. Οι προτάσεις που στάλθηκαν από τους επιφανείς του Παρισιού στον Αδιάλλακτο ήταν αρκούντως αντιφατικές: θαυμασμός του αλπικού τοπίου, περισυλλογή σχετικά με το μέλλον στο υπερπέραν, τένις, γκολφ. Ήταν όμως γόνιμοι τρόποι όλα αυτά για να περάσει κανείς τις τελευταίες ώρες του ως τον αφανισμό της ηπείρου;

Αλλά και οι προτάσεις που καταθέτει ο ίδιος Προυστ [Λούβρο, έρωτας, Ινδία] δε βοηθούν περισσότερο. Κατ’ αρχάς, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όσα γνωρίζουμε για την ιδιοσυγκρασία του. Ουδέποτε υπήρξε ένθερμος επισκέπτης των μουσείων — είχε δέκα και πλέον χρόνια να επισκεφτεί το Λούβρο και προτιμούσε να βλέπει τα αντίγραφα παρά να έρχεται αντιμέτωπος με τη βαβυλωνία του πλήθους [«Ο κόσμος πιστεύει ότι η αγάπη προς τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική και τη μουσική είναι πλέον άκρως διαδεδομένη, ενώ δεν υπάρχει ούτε ένας που να γνωρίζει κάτι γι’ αυτά»]. Επιπλέον, δε φημιζόταν διόλου για το ενδιαφέρον του προς την Ινδία, διαδρομή η οποία, μάλιστα, συνιστούσε μεγάλη δοκιμασία, αφού απαιτούσε να φτάσεις με το τρένο στη Μασσαλία, να ταξιδέψεις με το ποστάλι ως το Πορτ Σάιντ και να διαπλεύσεις επί δέκα ημέρες ιον Αραβικό Κόλπο μ’ ένα πλοίο της γραμμής της εταιρείας Ρ&Ο, δρομολόγιο κάθε άλλο παρά ιδεώδες για κάποιον που δυσκολευόταν ακόμη και να σηκωθεί από το κρεβάτι του. Όσο για τη δίδα X, και προς μεγάλη απογοήτευση της μητέρας του, ο Μαρσέλ δεν είχε αποδειχτεί ποτέ δεκτικός στα κάλλη της, όπως και στα κάλλη οιασδήποτε άλλης δίδας από το Α ως το Ω — και πήγαινε πολύς καιρός από την τελευταία φορά που μπήκε στον κόπο να ρωτήσει αν υπήρχε πρόσφορος κάποιος νεότερος αδερφός, καθώς είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένα ποτήρι παγωμένη μπίρα αποτελούσε πηγή απόλαυσης πολύ πιο αξιόπιστη από την ερωτική πράξη.

Όμως, ακόμη κι αν τυχόν είχε θελήσει να σταθεί αντάξιος των υποδείξεών του, αποδείχτηκε ότι δε θα είχε την ευκαιρία. Μόλις τέσσερις μήνες αφότου έστειλε την απάντησή του στον Αδιάλλακτο, κρυολόγησε και πέθανε, όπως επί σειρά ετών προέβλεπε ότι επρόκειτο να συμβεί. Είχε προσκληθεί σε μια δεξίωση και, παρά τα συμπτώματα ελαφριάς γρίπης, τυλίχτηκε με τρία παλτά και με δύο κουβέρτες για να βγει. Κατά την επιστροφή, χρειάστηκε να περιμένει για ταξί σ’ ένα παγωμένο προαύλιο, όπου και τον έπιασαν ρίγη. Αυτά εξελίχθηκαν σε υψηλό πυρετό που ίσως ήταν θεραπεύσιμος, αν δεν αρνιόταν να ακολουθήσει τις συμβουλές των γιατρών που κλήθηκαν στο πλευρό του. Απέρριψε τις ενέσεις καμφορέλαιου που του συνέστησαν, από φόβο ότι θα επηρέαζαν το ρυθμό της δουλειάς του, κι εξακολούθησε να γράφει, χωρίς να τρώει και να πίνει παρά μόνο ζεστό γάλα, καφέ και κομπόστες. Το κρυολόγημα εξελίχτηκε σε βρογχίτιδα, κι αυτή σε πνευμονία. Προς στιγμήν δημιουργήθηκαν κάποιες ελπίδες ανάρρωσης, όταν ανακάθισε και ζήτησε να φάει ψάρι γλώσσα στο φούρνο, όμως μέχρι να το αγοράσουν και να του το μαγειρέψουν, εκδήλωσε κρίση εμετού και δεν ήταν σε θέση ούτε να το αγγίξει. Πέθανε μερικές ώρες αργότερα, από διαρρηχθέν απόστημα στους πνεύμονές του.


Το ευτύχημα είναι ότι οι σκέψεις του Προυστ σχετικά με τη ζωή δεν περιορίζονταν σε αυτή την τόσο σύντομη και μάλλον ασαφή απάντησή του στο παράδοξο ερώτημα της εφημερίδας — διότι ως και τη στιγμή του θανάτου του επεξεργαζόταν ένα βιβλίο που επιχειρούσε να απαντήσει, πολύ εκτενέστερα και με αφηγηματικά περίπλοκο τρόπο, σε ένα ερώτημα παρόμοιο μ’ εκείνο που δήθεν προκάλεσαν οι προβλέψεις του φανταστικού Αμερικανού επιστήμονα.

Ο τίτλος του έργου, τουλάχιστον, αυτό υπαινισσόταν. Μολονότι δεν άρεσε στον Προυστ, ο οποίος σε διάφορες περιστάσεις τον σχολίασε ως «ατυχή» [1914], «παραπλανητικό» [1915] και «άσχημο» [1917], οι λέξεις αυτές —Αναζητώντας το χαμένο χρόνο — είχαν το πλεονέκτημα να δηλώνουν άμεσα το κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος, τη διερεύνηση των αιτίων που κρύβονται πίσω από τη διασπάθιση και την απώλεια του χρόνου. Δεν επρόκειτο για τα απομνημονεύματα ενός ανθρώπου που ιχνηλατούσε την παρέλευση μιας λυρικότερης εποχής, αλλά για μια πρακτική ιστορία που ενδεχομένως ίσχυε για όλους και που έλεγε πώς μπορούμε να πάψουμε να σπαταλάμε τη ζωή μας και ν’ αρχίσουμε να την εκτιμάμε.

Αναμφίβολα, η ανακοίνωση ενός άμεσα επικείμενου ολέθρου θα καθιστούσε το ζήτημα αυτό πρώτο μέλημα όλων, όμως το εγχειρίδιο του Προυστ βασιζόταν στην ελπίδα ότι το θέμα ίσως ήταν δυνατόν να μας απασχολήσει και πριν ενσκήψει ο ατομικός ή μαζικός όλεθρος — και ότι, επομένως, θα μπορούσαμε να μάθουμε πώς να ιεραρχούμε τις προτεραιότητές μας, πριν έρθει η ώρα να παίξουμε για τελευταία φορά γκολφ και να πνεύσουμε τα λοίσθια.


Από το βιβλίο του Αλαιν Ντε Μποττόν « Πως ο Προυστ μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου»

ΠΗΓΗ
Read More »

O Ουμπέρτο Εκο στις βιβλιοθήκες του σπιτιού του.!


Ο Ουμπέρτο Έκο υπήρξε μια κινητή βιβλιοθήκη από μόνος του. Ακόμα και η μυθοπλασία του ήταν χτισμένη επάνω σε ένα λαβύρινθο βιβλίων.

Ένα βιβλίο ήταν πάντα το αίνιγμα που έπρεπε να λυθεί. Πολλά βιβλία, ο τρόπος της λύσης του. Οι βιβλιοθήκες στο σπίτι του στο Μιλάνο [εικάζεται ότι περιέχει 30.000 τίτλους] και στο εξοχικό του στο μεσαιωνικό χωριό Μόντε Τσερινιόνε [8.000 τίτλου] υπήρξαν η δική του μοναδική ζωή.


ΠΗΓΗ
Read More »

Η ιστορία του βιβλίου,παρελθόν-παρόν-μέλλον.



Οι πρόγονοι των σημερινών βιβλίων ήταν πήλινες πλάκες πάνω στις οποίες έγραφαν χρησιμοποιώντας ένα είδος γραφίδας. Οι πλάκες αυτές χρησιμοποιήθηκαν από τους Σουμέριους, τους Βαβυλώνιους και άλλους λαούς της Μεσοποταμίας. Χιλιάδες τέτοιες πήλινες πλάκες ανακαλύφθηκαν στη Μεσοποταμία στο μέρος που κάποτε άκμαζε το βασίλειο των Σουμερίων. Είναι τα αρχαιότερα γραπτά κείμενα που ξέρουμε. Οι περισσότερες από αυτές τις  πλάκες περιέχουν σε σφηνοειδή γραφή, εμπορικές συναλλαγές, δικαστικές αποφάσεις, ευρετήρια και αναφορές σε εκατοντάδες ονόματα ανθρώπων αλλά και θεοτήτων. Ένα ποσοστό των πλακών όμως περιέχει ύμνους, μύθους, λογοτεχνικά και θρησκευτικά κείμενα. Το πιο γνωστό από τα κείμενα των πλακών αυτών είναι το αρχαιότερο έπος που ξέρουμε "Το έπος του Γκιλγκαμές". Οι πήλινες πλάκες αν και είναι σχεδόν απρόσβλητες από το πέρασμα του χρόνου και φυσικές καταστροφές όπως η φωτιά δεν ήταν και το βολικότερο μέσο καταγραφής πληροφοριών όπως κάποιος εύκολα μπορεί να συμπεράνει.

Η επόμενη εξέλιξη στην ιστορία της καταγραφής του λόγου ήταν οι πάπυροι που χρησιμοποιήθηκαν από τους αρχαίους Αιγυπτίους, Έλληνες και Ρωμαίους. Ο πάπυρος είναι ένα υλικό που μοιάζει με χαρτί και προέρχεται από το ομώνυμο φυτό που μεγαλώνει στις όχθες του Νείλου. Τα "βιβλία" από πάπυρο ήταν φτιαγμένα σε μορφή ρολού, το μήκος του οποίου έφτανε μερικές φορές και τα 40 μέτρα!! Τα γραπτά διασήμων συγγραφέων της αρχαιότητας γράφτηκαν σε ρολούς από πάπυρο και η δημιουργία των αντιγράφων γινόταν χειρόγραφα από επαγγελματίες αντιγραφείς. Διάσημες βιβλιοθήκες με χιλιάδες αντίγραφα δημιουργήθηκαν με αυτόν τον τρόπο, όπως η βιβλιοθήκη των Αθηνών, της Ρώμης και, η πιο διάσημη απ' όλες, η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Βέβαια επειδή η αντιγραφή γινόταν με το χέρι η όλη διαδικασία ήταν ακριβή και αργή και ο αριθμός των αντιτύπων κάθε έργου ήταν πολύ περιορισμένος. Ο πάπυρος πάλι ενώ σαν υλικό ήταν εύκολο να παραχθεί, ήταν φθηνός και αποτελούσε μια εξαιρετική επιφάνεια γραφής, είχε κάποια σημαντικά προβλήματα αντοχής στο χρόνο και στην υγρασία. Σε υγρά κλίματα η αντοχή του δεν ξεπερνούσε τα εκατό χρόνια και συχνά ήταν πολύ μικρότερη. Αυτό σε συνδυασμό με την αδυναμία παραγωγής πολλών αντιτύπων αλλά και του γεγονότος ότι το φυτό πάπυρος δεν φύτρωνε σε πολλά μέρη του αρχαίου κόσμου, οδήγησε στην υιοθέτηση ενός άλλου υλικού ως μέσου καταγραφής του λόγου. 

Το νέο υλικό ήταν η περγαμηνή, η οποία χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τους Εβραίους και τους Πέρσες στην αρχή. Η περγαμηνή ήταν φτιαγμένη από επεξεργασμένα δέρματα ζώων και είχε εξαιρετική αντοχή στο χρόνο. Η μέθοδος παραγωγής της τελειοποιήθηκε από τον Ευμένη, βασιλιά της Περγάμου τον 2ο αιώνα προ Χριστού.
    Με την πάροδο των αιώνων και συγκεκριμένα από τον 4ο αιώνα μ.Χ το σχήμα του κυλινδρικού "βιβλίου" εγκαταλείπεται σιγά σιγά και κάνει την εμφάνισή του ο κώδικας (codex), ο οποίος αποτελείται από φύλλα παπύρου ή περγαμηνής διπλωμένα στη μέση και ραμμένα σε ξύλινες πλάκες. Πάρα πολλά χειρόγραφα βιβλία της αρχαιότητας ήταν φτιαγμένα με αυτό τον τρόπο. 

Μεσαιωνικά βιβλία

Κατά τη μεσαιωνική εποχή στην Ευρώπη (5ος με 15ος αιώνας μ.Χ.), τα βιβλία εξακολούθησαν να αναπαράγονται χειρόγραφα, κυρίως σε μοναστήρια. Τα κείμενα ήταν κυρίως θρησκευτικού περιεχομένου αλλά υπήρξαν και αντιγραφές κάποιων κλασσικών αρχαίων έργων που με αυτό τον τρόπο διασώθηκαν μέχρι της μέρες μας. Τα μεσαιωνικά χειρόγραφα βιβλία χαρακτηρίζονται από την εντυπωσιακή λεπτομέρεια των εικονογραφήσεων καθώς και από την καλλιγραφική δεινότητα των αντιγραφέων οι οποίοι είχαν εξελίξει την αντιγραφή και εικονογράφηση με το χέρι των βιβλίων σε πραγματική τέχνη. Τα βιβλία προφανώς εξακολουθούσαν να είναι ελάχιστα και πανάκριβα. Βιβλιοθήκες είχαν μόνο κάποια μοναστήρια και άνθρωποι με υψηλά εισοδήματα.

Τυπωμένα βιβλία

Τα πρώτα τυπωμένα βιβλία εμφανίστηκαν στην Κίνα τον 6ο αιώνα μ.Χ. Το πρώτο βιβλίο το οποίο είναι γνωστό το ότι έχει τυπωθεί με ξύλινα στοιχεία είναι μια Κινέζικη έκδοση ενός βουδιστικού κειμένου το 868 μ.Χ. Το Τιπιτάκα, ένα άλλο βουδιστικό κείμενο το οποίο είναι πάνω από 130.000 σελίδες τυπώθηκε μεταξύ του 972 και του 983 μ.Χ. Οι Κινέζοι επινόησαν τα κινητά ξύλινα τυπογραφικά στοιχεία γύρω στον 11ο αιώνα μ.Χ. αλλά μιας και η Κινέζικη γλώσσα δεν έχει το περιορισμένο σε αριθμό γραμμάτων αλφάβητο των ευρωπαϊκών γλωσσών, η εφεύρεση αυτή δεν γνώρισε εφαρμογή μεγάλης κλίμακας 

Στην Ευρώπη η εκτύπωση βιβλίων χρησιμοποιώντας ξύλινα στοιχεία άρχισε γύρω στο 14ο αιώνα με γνώση που αποκτήθηκε από την επαφή με τους ανατολικούς λαούς. Τα πρώτα τέτοια βιβλία ήταν θρησκευτικού κυρίως περιεχομένου με ελάχιστο κείμενο αλλά πλούσια εικονογράφηση.

Κατά την Αναγέννηση, δύο ήταν οι ανακαλύψεις που έδωσαν ώθηση στη μαζική παραγωγή του τυπωμένου πια βιβλίου. Η μια ήταν το χαρτί, του οποίου η γνώση για την παραγωγή αποκτήθηκε από τον Ισλαμικό κόσμο ο οποίος με τη σειρά του το είχε πάρει από τους Κινέζους, και η άλλη τα κινητά μεταλλικά τυπογραφικά στοιχεία. Αυτή η τελευταία επινόηση αποδίδεται στο Γερμανό τυπογράφο Γιοχάνες Γκούτενμπεργκ, αν και πολλοί άλλοι Γάλλοι, Ολλανδοί, και Ιταλοί τυπογράφοι διεκδίκησαν την πατρότητα αυτής της εφεύρεσης. Το θέμα είναι ότι από το 1450 έως το 1456, η τυπογραφία γνώρισε μια αλματώδη εξέλιξη και έγινε ξαφνικά δυνατή η αναπαραγωγή ενός βιβλίου σε μεγάλους αριθμούς και με χαμηλό κόστος. Η "επανάστασή της τυπογραφίας" ήταν πλέον γεγονός και το βιβλίο έγινε για πρώτη φορά προσιτό στο ευρύ κοινό.

Κατά την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης (19ος - 20ος αιώνας), η παραγωγή του βιβλίου γνωρίζει μια νέα τεράστια άνθηση. Ο αριθμός αντιτύπων αυξάνεται με γεωμετρικούς ρυθμούς ενώ το κόστος παραγωγής πέφτει κάθετα. Με την μηχανοποίηση και εντέλει τον αυτοματισμό στα τυπογραφεία, το να παραχθούν χιλιάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες αντιτυπα ενός βιβλίου είναι πια όχι απλά κάτι εφικτό αλλά και οικονομικά συμφέρον. Δημιουργούνται αναρίθμητες Βιβλιοθήκες  από κράτη, ιδρύματα, οργανισμούς, πολιτιστικούς συλλόγους αλλά και ιδιώτες και κάποιες από αυτές περιλαμβάνουν εκατοντάδες χιλιάδες τόμους βιβλίων στα ράφια τους. Το βιβλίο είναι πια κάτι προσιτό σε όλους και όχι είδος πολυτελείας ή επίδειξης της κοινωνικής θέσης κάποιου ατόμου.

Σύγχρονη εποχή

Στον εικοστό αιώνα εφευρέσεις όπως το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, ο κινηματογράφος και τέλος η ¨επανάσταση της Πληροφορικής" με τους προσωπικούς υπολογιστές και τις συσκευές CD-ROM απείλησαν το βιβλίο σαν μέσο επικοινωνίας και διάδοσης ιδεών. Παρόλα αυτά, και αναπάντεχα για πολλούς "ειδικούς" που προέβλεπαν το "τέλος του χαρτιού", το βιβλίο όχι μόνο επέζησε αλλά γνώρισε ακόμα μεγαλύτερη διάδοση και απήχηση στο κοινό. Ίσως οι λόγοι να είναι πιο πολύ πρακτικοί παρά συναισθηματικοί, ένα βιβλίο είναι βολικό να το παίρνεις μαζί σου όπου κι αν είσαι, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα και προσοχή κατά τη μεταφορά, μπορεί να διαβαστεί σε  ύπτια ή καθιστή στάση, δεν εκφορτίζεται,  δεν "κολλάει" κάθε τόσο ζητώντας επανεκκίνηση,  δεν απειλείται από ιούς και τέλος δεν χρειάζεται κάθε πέντε μήνες αναβάθμιση ώστε να μπορεί να αναγνωστεί!!

Μια εξέλιξη του βιβλίου γνωστή στο εξωτερικό σαν audiobooks, ηχητικά βιβλία, η οποία ξεκίνησε την δεκαετία του 1950 και γνώρισε αρκετά μεγάλη απήχηση τη δεκαετία του 1990, μάλλον απευθύνεται σε ειδικές κατηγορίες ανθρώπων με προβλήματα όρασης, ή και σε τυφλούς σαν εναλλακτική λύση από το να διαβάζουν βιβλία γραμμένα με το σύστημα Μπράιγ. Τα βιβλία αυτά είναι ηχογραφημένη ανάγνωση κάποιου βιβλίου είτε σε κασέτα είτε σε CD.

Το παρόν και το μέλλον του βιβλίου

Στα τέλη του εικοστού αιώνα έκανε την εμφάνισή της μια άλλη εφεύρεση που για μια ακόμα φορά απειλεί την ύπαρξή του βιβλίου στην παραδοσιακή του μορφή. Το ηλεκτρονικό βιβλίο, e-book, καθώς και οι φορητές συσκευές ανάγνωσης των "βιβλίων" αυτών δείχνουν να αποτελούν υπολογίσιμη απειλή για το παραδοσιακό βιβλίο. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα το μέλλον, αλλά ίσως, καθώς οι συσκευές ανάγνωσης ηλεκτρονικών βιβλίων γίνονται όλο και ελαφρύτερες με όλο και  μεγαλύτερη αυτονομία και με καλύτερες οθόνες ενώ  ταυτόχρονα προσφέρουν οικονομία χώρου αλλά και ευκολία χρήσης, για πρώτη φορά υπάρχει περίπτωση μετά από πολλούς αιώνες κατά τη διάρκεια των οποίων οι αλλαγές στην εμφάνιση και το υλικό των βιβλίων ήταν πολύ μικρές, τώρα πια υπάρχει μια πιθανότητα η μορφή του βιβλίου να αλλάξει δραματικά!

Αν αυτό είναι καλύτερο ή χειρότερο, ευκταίο ή απευκταίο, δεν μπορεί κανείς να πει. Είναι θέμα προσωπικού γούστου και επιλογών αν και φαντάζομαι πως πάντα θα υπάρχουν ρομαντικοί άνθρωποι που θα προτιμούν τη χαρά του να ξεφυλλίζουν ένα βιβλίο και να μυρίζουν το φρεσκοτυπωμένο χαρτί από το να πατάνε τό πλήκτρό "Next page" ή "Previous page" μιας "e-book device".

ΠΗΓΗ
Read More »