Το σύμπαν του Χόμπιτ, όπως το φαντάστηκε ο Τόλκιν


Τα θαυμάσια σκίτσα του συγγραφέα σε ένα βιβλίο 

Αν και οι πρώτες εκδόσεις του Χόμπιτ του Τόλκιν συνοδευόταν από τα σκίτσα του συγγραφέα, και παρά τις πολλές παραλλαγές που σχεδίασε, στο πέρασμα των χρόνων οι εικόνες του πέρασαν σε αχρηστία. Οι περισσότερες εικόνες βρισκόταν όλα αυτά τα χρόνια στην βιβλιοθήκη της Οξφόρδης. Το 2011 με αφορμή τα 75α χρόνια του Χόμπιτ τα έργα του δημοσιεύτηκαν σε ένα βιβλίο με τίτλο «Art of the Hobbit». Όταν ο David Brawn της HarperCollins εξέτασε τα αρχεία της βιβλιοθήκης ανακάλυψε 110 εικονογραφήσεις (με μελάνι, νερομπογιές, σκίτσα με μολύβι, χάρτες και εναλλακτικές εικόνες), όλες από τον συγγραφέα. Το βιβλίο «δείχνει ότι η δημιουργικότητα του Τόλκιν πήγαινε πέρα από τη συγγραφή και ήταν ένα πλήρες οικοδόμημα. Όταν γράφει για τα σπίτια των Χόμπιτ "in a hole in the ground there lived a hobbit. Not a nasty, dirty, wet hole, filled with the ends of worms and an oozy smell, nor yet a dry, bare, sandy hole with nothing in it to sit down on or to eat: it was a hobbit-hole, and that means comfort", τα σχεδιάζει. Και σχεδιάζοντας κάνει την περιγραφή ακόμη πιο ζωντανή. Ο Τόλκιν ήταν ένας πολύ καλός ερασιτέχνης ζωγράφος. Ήταν θαυμαστής του Arthur Rackham και αυτό φαίνεται στα σκίτσα του.» 

Δείτε πώς φαντάστηκε τη Μέση Γη ο δημιουργός της. 

                    «The White Dragon Pursues Roverandom and the Moondog» 


                   O δράκος Σμάουγκ στον ουρανό και οι Νάνοι στο έδαφος 


                    Ο Σμάουγκ πάνω από το Μοναχικό Βουνό  


Η πρώτη από τις τέσσερις απεικονίσεις του Σμάουγκ πάνω από το βουνό, που φαίνεται να διαδραματίζεται τη μέρα, αν και στο βιβλίο ο Σμάουγκ πετάει μόνο τη νύχτα. Ο δράκος είναι μαύρος, όπως και η είσοδος του βουνού. Στο ποτάμι είναι τα απομεινάρια της παλιάς γέφυρας που ο Μπίλμπο και οι νάνοι διέσχισαν πιο πριν ('most of its stones were now only boulders in the shallow noisy stream') 

                    Ο Σμάουγκ πετάει πάνω από το βουνό 


                   Μια εικόνα με νερομπογιές, παρόμοια με την προηγούμενη. 


Εδώ η αλλαγή είναι στην πορεία του ποταμού, μια αλλαγή που έγινε και στο κείμενο     όταν το βιβλίο ήταν σε διαδικασία εκτύπωσης 


Το Μοναχικό Βουνό τη νύχτα, ενώ ο δράκος είναι λευκός στον σκοτεινό ουρανό.   

Διαβάστε για τις αγωνίες και τις αμφιβολίες του Τόλκιν κατά τη διάρκεια της συγγραφής του έργου του εδώ. 

1η Φεβρουαρίου 1938, προς τους εκδότες του
«Θα μπορούσατε να ρωτήσετε τον κύριο Unwin αν ο γιος του, ο οποίος είναι πολύ καλός κριτικός, θα μπορούσε να διαβάσει το πρώτο κεφάλαιο της συνέχειας του Χόμπιτ; Το δακτυλογράφησα. Δεν πιστεύω ότι είναι καλό, αλλά αν αυτός πιστεύει ότι αποτελεί μια καλή αρχή, θα βοηθούσε την ιστορία που σχηματίζεται.»   Και πολλές ακόμα εικονογραφήσεις του συγγραφέα από τις πρώτες εκδόσεις, παρακάτω, μαζί με τις συνοδευτικές τους λεζάντες: Το Χόμπιτ, ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών και το Σιλμαρίλιον. 





















ΠΗΓΗ
Read More »

Πρωτοχρονιάτικο παραμύθι – Πηνελόπη Δέλτα


ΜΙΑ ΠΑΡΑΜΟΝΗ Πρωτοχρονιάς, χωμένο στη γωνία μιας εξώπορτας, κάθουνταν ένα αγοράκι και κοίταζε το αντικρινό φωτισμένο παράθυρο. Είχε νυχτώσει νωρίς, και το χιόνι σκέπαζε τις πλάκες του δρόμου, τα φανάρια, τα δέντρα και τις στέγες των σπιτιών, πράμα σπάνιο στην Αθήνα.

Το κρύο ήταν δυνατό, και τυλιγμένος στο παλιωμένο και σκισμένο ρουχάκι του, όλο και περισσότερο χώνουνταν ο Βασίλης στη γωνιά της εξώπορτας, για να ξεφύγει από το βοριά που τον πάγωνε ως τα κόκαλα. Μα τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στο φωτισμένο παράθυρο του αρχοντόσπιτου, αντίκρυ του.

«Πρωτοχρονιά αύριο», μουρμούρισε, «διασκεδάζουν εκεί μέσα».

Εκεί μέσα κείτουνταν ένα παιδί, με λιωμένο αχνό πρόσωπο.

Κουτιά γεμάτα μπογιές, μολυβένια στρατιωτάκια, ζώα ξύλινα, σιδηρόδρομοι και καραβάκια, που σκέπαζαν το κρεβάτι του, έστεκαν άγγιχτα. Τ' αδύνατα χεράκια του έμεναν ακίνητα στο σεντόνι απάνω' δεν κοίταζε καν τα πλούσια δώρα γύρω του. Το κουρασμένο βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο παράθυρο όπου, στα σκοτεινά, άσπριζαν τα χιόνια της αντικρινής στέγης.

-Τι συλλογίζεσαι, Βασιλάκη; ρώτησε η μητέρα του.

- Κοίταζα τα χιόνια, αποκρίθηκε ο μικρός, και συλλογίζουμουν τη χαρά να τρέχεις στους δρόμους, να βουτάς στα χιόνια, να τα μαζεύεις και να φτιάνεις μπάλες, και να τις τινάζεις στους περαστικούς, όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου μου, εκεί που είδα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα πολλά κεράκια... Αλήθεια, μητέρα, λες να βρήκε ο Νικόλας δέντρο τέτοιο εδώ;

-Ναι, παιδί μου, βρήκε, και θα σου το φέρει τώρα στολισμένο. Δεν είναι πολύ μεγάλο όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου σου, μα το στόλισε ο πατέρας σου... και είναι πολύ όμορφο... Είσαι ευχαριστημένος;

-Ναι, είπε ο Βασιλάκης χωρίς ενθουσιασμό.

Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα. Δυο υπηρέτες έφεραν μέσα ένα μικρό έλατο ολοφώτιστο, και το έστησαν απάνω στο τραπέζι. Τα κλαδιά ήταν φορτωμένα χρυσά και ασημένια στολίδια, φαναράκια και μπρίλες. Παντού στέκουνταν όρθια τ' αναμμένα χρωματιστά κεράκια, και τα μεγαλύτερα κλαδιά λύγιζαν από το βάρος των παιχνιδιών που κρέμουνταν δεμένα με κορδέλες.

-Ε, Βασιλάκη, σ' αρέσει το δέντρο σου; ρώτησε ζωηρά ο πατέρας του.

Ο μικρός το κοίταξε μια στιγμή με σβησμένα αγέλαστα μάτια.

- Το φαντάζουμουν ωραιότερο, είπε με τη βαρεμένη του φωνή.

Και το βλέμμα του γύρισε πάλι στο παράθυρο και στα χιόνια του αντικρινού σπιτιού.

- Πατέρα, λες του χρόνου την Πρωτοχρονιά να είμαι πια καλά και να βγω κι εγώ στα χιόνια;

- Ναι, παιδί μου, είπε ο πατέρας.

Και η μητέρα βγήκε από το δωμάτιο για να κρύψει τα κλάματα που την έπνιγαν.

-Τι όμορφα που θα είναι να τρέχεις στα χιόνια... είπε συλλογισμένα ο Βασιλάκης. Τι δε θα έδινα για να δω τι γίνεται έξω...

Έξω, ο Βασίλης είχε δει πίσω από το φωτισμένο παράθυρο το δέντρο του Βασιλάκη, με τα φώτα και τα χρυσά στολίδια και τα παιχνιδάκια που γέμιζαν τα κλαδιά από πάνω ως κάτω.

-Αχ, τι ωραίο! είπε το φτωχό· πρέπει να το έφερε ο Άη-Βασίλης.


Και τα μάτια του έτρωγαν το δέντρο και, τρέμοντας από το κρύο, ολοένα χώνουνταν βαθύτερα στη γωνιά του και γύρευε να τυλίξει στο κορμάκι του τα κουρέλια του, μήπως και τον ζεστάνουν λίγο.

-Ο Άη-Βασίλης... μουρμούρισε. Γιατί δεν έρχεται κάποτε και σε μας, ο Άη-Βασίλης;

Θυμήθηκε το φτωχικό σπιτάκι στο χωριό του, όπου τον είχε μεγαλώσει η μάνα του· όλα τα είχε στερηθεί αφότου γεννήθηκε, εκτός μόνο τα χάδια της μάνας του. Ξενοδούλευε η κακομοίρα για να κερδίσει το ψωμί τους, μα άλλο από ψωμί δεν πρόφθαινε να βγάλει, μόνο την αγάπη της μπορούσε χάρισμα να του δίνει, και αυτήν του την έδινε μπόλικη. Μα ήλθαν οι κακοί καιροί, η αρρώστια, η μαύρη φτώχεια, και πέθανε η μάνα του και την έβαλαν σε σανιδένια κάσα, και την πήγαν στο νεκροταφείο, και την είδε που τη σκέπασαν τα χώματα. Και τον έβγαλαν από το φτωχικό του καλυβάκι, κι έφυγε το έρημο ορφανό και ήλθε κι έπεσε στην Αθήνα, παραμονή του Άη-Βασίλη, πεινασμένο, παγωμένο, μακαρίζοντας τους ευτυχισμένους που διασκέδαζαν πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, αντίκρυ του.

Από νωρίς είχε δει κίνηση μεγάλη στους δρόμους, παιδιά μεγάλα και μικρά, που σταματούσαν στις πόρτες των αρχοντόσπιτων και έλεγαν τον Άγιο Βασίλη. Μα τ' ορφανό δεν τόλμησε να χτυπήσει και αυτό σε καμιά πόρτα, ούτε ήταν μαθημένο στην ταραχή της μεγάλης πολιτείας. Και λίγο-λίγο, τράβηξε κατά τους ήσυχους μεγαλόπρεπους δρόμους, μακριά από το κέντρο, και ήλθε και ζάρωσε σε μιαν εξώπορτα, χωρίς ψωμί, χωρίς σκοπό, χωρίς καμιάν ελπίδα.

Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο πήγαιναν κι έρχουνταν σκιές. Πέρασε κι ένας υπηρέτης με βελάδα, βαστώντας ένα πιάτο με μια μεγάλη πίτα!

Ο Βασίλης θυμήθηκε πως την τελευταία βούκα ψωμί την είχε φάγει το πρωί. Και μέσα κει θα έτρωγαν τώρα πίτα!

Αχ, και να είχε και αυτός μια βουκίτσα να γελάσει την πείνα του! Του φάνηκε τόσο ορεκτική η πίτα, τόσο αφράτη, καθώς την πέρασε ο υπηρέτης εμπρός στο παράθυρο. Άραγε, αν ζητούσε λίγη, θα του έδινε κανένα κομματάκι;

Και έξαφνα, χωρίς να ξέρει και αυτός πώς το έκανε, άρχισε να τραγουδά:

«Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία... βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».

Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, διάφορες σκιές πήγαν και ήλθαν κοιτάζοντας έξω. Σώπασε τρομαγμένος ο Βασιλάκης και ζάρωσε στη γωνίτσα του όσο μπορούσε περισσότερο.

- Παναγιά μου! ψιθύρισε, λένε πως οι πλούσιοι δεν έχουν καλή ψυχή και περιφρονούν τους φτωχούς...

Και με τρομαγμένα μάτια ακολουθούσε το πήγαινε κι έλα των ανθρώπων μες στην κάμαρα.

Μες στην καμάρα είχαν κόψει την πίτα. Ακουμπισμένος στα μαξιλάρια, ο Βασιλάκης βαστούσε το πιάτο του στα χέρια, κοιτάζοντας με αδιαφορία το κομμάτι του, χωρίς καν να το γευθεί.

- Δεν το κόβεις να δεις αν σου έπεσε το φλουρί, Βασιλάκη μου; ρώτησε τρυφερά η μητέρα του.

-Ναι, μητέρα, θα το γυρέψω, αποκρίθηκε, αλλά δεν κούνησε, ούτε άλλαξε η κουρασμένη όψη του.

Έξαφνα ανέβηκε ως το δωμάτιο του άρρωστου αγοριού μια φωνή παιδιάτικη, τρεμουλιαστή, σα φοβισμένη: «Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία... βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».

Ο Βασιλάκης ξαφνίστηκε' άναψαν μια στιγμή τα μάτια του, ζωήρεψε το μελαγχολικό του πρόσωπο.

-Πατέρα, πατέρα! φώναξε, τ' ακούς; Τραγουδά απ' έξω... Θα είναι κανένα αγοράκι... φώναξε το! Πολύ σε παρακαλώ!

Η μητέρα του είχε πάγει κιόλα στο παράθυρο, μα δεν είδε τίποτε.

- Δε βλέπω κανένα παιδί, είπε.

- Πατέρα, κοίταξε συ, άνοιξε το παράθυρο, φώναξε το παιδί να έλθει να πάρει από την πίτα, το κομμάτι του φτωχού... και να μας πει τι γίνεται έξω...

Πήγε ο πατέρας στο παράθυρο, το άνοιξε, έσκυψε έξω, κοίταξε δεξιά, αριστερά, μα δεν είδε τίποτε· έκλεισε το παράθυρο και γύρισε στο κρεβάτι του Βασιλάκη.

- Πέρασε το παιδί και πάει, είπε ζωηρά· μα δεν πειράζει, θα περάσει και άλλο και τότε το φωνάζομε· δοκίμασε την πίτα σου ωστόσο.

Μα ο Βασιλάκης δεν πεινούσε· έσπρωξε το πιάτο του, ακούμπησε στα μαξιλάρια και έκλεισε τα μάτια. Η ζωηράδα του προσώπου του είχε σβήσει· το φλουρί της πίτας δεν τον ενδιέφερε, ούτε το δέντρο όπου είχαν σβήσει πια τα κεράκια, ούτε τα δώρα του. Το δρόμο μόνο συλλογίζουνταν...

Και το παιδάκι, που μπορούσε να πει την ομορφιά της ελευθερίας, τη χαρά να τρέχεις και να βουτάς στα χιόνια, είχε περάσει και πάει!

- Θέλεις, παιδί μου, να φας την πίτα σου αύριο; ρώτησε η μητέρα χαϊδεύοντας γλυκά το μέτωπο του.

-Ναι, μητέρα, αύριο.

Η μητέρα έκανε νόημα σ' όλους να βγουν από το δωμάτιο.

Ο Βασιλάκης ήταν κουρασμένος... Ο Βασιλάκης ήθελε να κοιμηθεί...

Πήρε το πιάτο με την πίτα και το ακούμπησε στο τραπέζι, κοντά στο κομμάτι του φτωχού· έσβησε τα φώτα, άναψε την καντήλα, φίλησε γλυκά το αγόρι της και βγήκε από το δωμάτιο.

Μα ο Βασιλάκης δε νύσταζε· ο νους του έμενε στο δρόμο και στη χαρά που θα είχε αν μπορούσε να τρέξει στα χιόνια...

Κοίταξε γύρω του, είδε πως ήταν μόνος' με κόπο κατέβηκε από το κρεβάτι, και σιγά-σιγά σύρθηκε ως το παράθυρο.

Αχ! και να έβλεπε λιγάκι απ' έξω το χιονισμένο δρόμο, τα φανάρια, τ' άσπρα δέντρα...

Με δυσκολία γύρισε το πόμολο, άνοιξε το παράθυρο κι έσκυψε έξω. Το κρύο τον ξάφνισε, του έκοψε την αναπνοή, ζήτησε να στηριχθεί στο πεζούλι του παραθύρου μα όλα γύριζαν, του φάνηκε πως πέφτει...


Έξαφνα, από το παράθυρο πήδησε μέσα ένας άνθρωπος, και ο Βασιλάκης από το σάστισμά του ξέχασε τη ζάλη του. Ήταν γέρος, χιονοσκεπασμένος, με μακριά καλογερικά ρούχα και μεγάλα άσπρα γένια' τον κοίταξε ο Βασιλάκης και τον ανεγνώρισε:

-Ο Αη-Βασίλης... ψιθύρισε.

- Ναι, εγώ είμαι, είπε ο Άη-Βασίλης με το ανοιχτόκαρδο χαμόγελο του. Ήλθα να σε ρωτήσω, τι θέλεις να σου δώσω για την εορτή μου, που ξημερώνει αύριο, και που είναι και δική σου εορτή;

-Αχ, Άη-Βασίλη μου, να μη μου δώσεις πια τίποτα! φώναξε ο Βασιλάκης σταυρώνοντας παρακλητικά τα χέρια του. Δες πόσα πράγματα μου έδωσαν, και τα έχω τόσο βαρεθεί! Μα πάρε με έξω μαζί σου! Πάρε με στα χιόνια! Θέλω τόσο να τρέξω ελεύθερα!

- Θέλεις; είπε ο Άη-Βασίλης. Μα έξω κάνει κρύο! Και συ έχεις όλα τα καλά του κόσμου! Τόσα παιχνίδια, τόσα χάδια, και ζεστασιά, και πίτα που ούτε τη δοκίμασες ακόμα... Και θέλεις να φύγεις;

-Ναι! Να βγω στα χιόνια, να τρέξω ελεύθερα, αχ, πάρε με, πάρε με, καλέ μου Άη-Βασίλη! παρακάλεσε ο Βασιλάκης. Πάρε με στα χιόνια!

Ο Άη-Βασίλης χαμογέλασε πάλι.

- Καλά, είπε. Εγώ σήμερα δε χαλώ χατήρι κανενός. Έλα μαζί μου αφού το θέλεις.

Και πήρε το Βασιλάκη στην αγκαλιά του, και πέταξε από το παράθυρο που έμεινε ανοιχτό...

Στα χιόνια κάθουνταν ο Βασίλης με τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο. Με τρομάρα είχε δει έναν κύριο που άνοιξε τα γυαλιά και κοίταζε στο δρόμο· μα έτσι μικρός που ήταν και ζαρωμένος στη γωνίτσα του, δεν τον είδε ο κύριος. Και το παράθυρο έκλεισε πάλι.

Τα κεράκια του δέντρου είχαν σβήσει, οι σκιές πήγαιναν κι έρχονταν ακόμα· ύστερα έσβησαν και τα φώτα, και μόνο μια καντήλα τρεμόφεγγε, στημένη σε κανένα έπιπλο απάνω. Και ο Βασίλης ακόμα κοίταζε, σα μαγνητισμένος από τη θαμπερή λάμψη της.

Το κρύο όλο δυνάμωνε· τα βλέφαρα του Βασίλη βάραιναν. Θυμήθηκε τη μάνα του και τη ζεστή της αγκαλιά. Έριξε μια ματιά στο παράθυρο και συλλογίστηκε πως εκεί μέσα θα έκαμνε ζέστη... Αχ! λίγη ζέστη...

Λαφρύς κρότος τον ξάφνιασε. Σήκωσε τα μάτια του τρομαγμένος. Το παράθυρο είχε ανοίξει πάλι, μα δεν ήταν πια εκεί ο ίδιος κύριος· ένα παιδάκι, στα νυχτικά του, έσκυβε να δει το δρόμο.

Μια στιγμή το κοίταξε με απορία ο Βασίλης, μα τόσο βαριά ήταν τα βλέφαρα του, που δεν μπορούσε να τα βαστάξει ανοιχτά. Έκανε πάλι να δει το αντικρινό παιδί, και του φάνηκε πως σωριάζουνταν στο πάτωμα το άσπρο κορμάκι, μα δεν πρόφθασε να βεβαιωθεί.

Ακούμπησε το κεφάλι του στον τοίχο και τα μάτια του έκλεισαν μονάχα τους. Έξαφνα, μια λάμψη τον ξύπνησε· εμπρός του στέκουνταν ένας γέρος ντυμένος στα κόκκινα και στα χρυσά. Τα γένια του ήταν μακριά και κάτασπρα, και γύρω του χύνουνταν τόση ζέστη, που ο Βασίλης ξέχασε τα χιόνια και το βοριά. Κοίταξε το γέρο και τον ανεγνώρισε.

-Ο Άη Βασίλης! έκανε μαγεμένος.

-Ναι, ο Άη-Βασίλης, είπε ο γέρος. Σ' άκουσα που έλεγες πως δεν έρχομαι ποτέ σε σας και, βλέπεις, τώρα ήλθα.

Τ' ορφανό τον κοίταξε μ' έκσταση. Ο Άη-Βασίλης γέλασε.

-Λοιπόν πες μου, του είπε· αύριο ξημερώνει Πρωτοχρονιά, που είναι εορτή μου και δική σου εορτή. Τι θέλεις να σου χαρίσω;

Ο Βασίλης έριξε μια ματιά στο αντικρινό παράθυρο. Η καντήλα είχε σβήσει και αυτή· τόσο κρύο θα ήταν τώρα κι εκεί μέσα...

- Θέλω, παρακαλώ, λίγη πίτα, είπε δειλά, και θέλω πάλι τη μάνα μου... Μα ίσως αυτό να είναι αδύνατο; ρώτησε φοβισμένος λίγο για τη μεγάλη του απαίτηση.

-Τίποτα δεν είναι αδύνατο σήμερα, είπε ο Άη-Βασίλης, και ό,τι ζητήσεις θα σου το κάνω. Πίτες όσες θέλεις θα σου δώσω, και τη μάνα σου θα την ξαναδείς οπόταν θέλεις. Μα σκέψου, είναι και μερικά παιδιά που λαχταρούν την ελευθερία σου. Εσύ μπορείς τον κόσμον όλο να τον γυρίσεις, να ζήσεις όπως θέλεις. Είσαι ακόμα μικρός και ο κόσμος όλος είναι ανοιχτός μπροστά σου...

-Αχ όχι, καλέ μου Άη-Βασίλη! παρεκάλεσε ο μικρός. Μόνο πάρε με στη μάνα μου! Και δωσ' μου λίγη πίτα και για κείνην, που δεν έχει φάγει τώρα τόσα χρόνια!

-Καλά, είπε ο Άη-Βασίλης με το καλό του χαμόγελο, σήμερα δε χαλώ κανενός χατήρι. Έλα να σε πάγω στη μάνα σου.

Και τον πήρε ο Άη-Βασίλης στην αγκαλιά του, και πέταξε ψηλά, ψηλά, τόσο που περνούσε πάνω από τα ψηλότερα σπίτια, κι έφυγαν.

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, την ώρα που χαρούμενες χτυπούσαν οι καμπάνες σ' όλες τις εκκλησιές της χώρας, βγήκε ο Νικόλας ο υπηρέτης, με μάτια κοκκινισμένα από τα κλάματα, στο χιονισμένο δρόμο.

Χωμένο σε μια γωνιά της εξώπορτας του αντικρινού σπιτιού, είδε ένα παιδάκι που φαίνονταν να κοιμάται. Το σίμωσε, το άγγιξε, το βρήκε παγωμένο.

Το πήρε στην αγκαλιά του και το ανέβασε στο αρχοντόσπιτο, όπου μητέρα και πατέρας, πλάγι στο κρεβάτι του Βασιλάκη, έκλαιγαν το πεθαμένο τους αγόρι.

Μαζί τα ξάπλωσαν πλάγι-πλάγι, το χαδεμένο μονοπαίδι και το έρημο ορφανό.

Πάνω στο τραπέζι, δυο κομμάτια πίτας ξηραίνονταν άγγιχτα, το κομμάτι του Βασιλάκη και το κομμάτι του Βασίλη.

Πλάγι-πλάγι έθαψαν τα δυο παιδιά. Στον ένα τάφο είναι γραμμένο με χρυσά γράμματα τ' όνομα του Βασιλάκη· ο άλλος τάφος δεν έχει όνομα.

Κανένας δε γνώριζε το έρημο ορφανό.


ΠΗΓΗ
Read More »

Ο καλλιεργημένος άνθρωπος,κατά τον Τσέχωφ.


"Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι σέβονται την ανθρώπινη ατομικότητα και γι' αυτό είναι πάντοτε συγκαταβατικοί, γελαστοί, ευγενικοί, υποχρεωτικοί.

Δεν χαλούν τον κόσμο για το σφυρί ή για τη γομολάστιχα που χάθηκαν. Δεν αγανακτούν για τους θορύβους ή το κρύο. Δέχονται με καλοσύνη τα χωρατά και την παρουσία ξένων ανθρώπων στο σπιτικό τους. Δεν συμπονούν μονάχα τους κατώτερους, τους αδύναμους και τις γάτες. Πονάει η ψυχή τους και για κείνο που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι.

Είναι ντόμπροι και φοβούνται το ψέμα σαν τη φωτιά. Δεν λένε ψέματα ακόμα και για τιποτένια πράγματα. Το ψέμα προσβάλλει εκείνους που το ακούνε και ταπεινώνει στα μάτια τους εκείνους που το λένε. Δεν παίρνουν ποτέ πόζα, στο δρόμο είναι όπως και στο σπίτι τους, δεν ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κατώτερου τους.

Δεν είναι φλύαροι και δεν αναγκάζουν τον άλλο να ακούει τις εκμυστηρεύσεις τους όταν δεν τους ρωτάει. Δεν ταπεινώνονται για να κεντήσουν τη συμπόνια του διπλανού. Δεν παίζουν με τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής των άλλων για να κερδίζουν σαν αντάλλαγμα αναστεναγμούς και χάδια.

Δεν λένε "εμένα κανείς δεν με καταλαβαίνει", ούτε "πουλήθηκα για πέντε δεκάρες", γιατί αυτά δείχνουν πως αποζητάν τις φτηνές εντυπώσεις. Είναι πρόστυχα τερτίπια, ξεθωριασμένα, ψεύτικα. Δεν είναι ματαιόδοξοι. Δεν τους απασχολούν τέτοια ψεύτικα διαμάντια όπως οι γνωριμίες με εξοχότητες.

Όταν κάνουν δουλειά που δεν αξίζει ένα καπίκι, δεν γυρίζουν με χαρτοφύλακα των εκατό ρουβλιών και δεν καμαρώνουν πως τάχα τους άφησαν να μπουν εκεί που δεν επιτρέπουν στους άλλους. Κι ο Κριλώφ ακόμα λέει πως το άδειο βαρέλι ακούγεται πιο πολύ από το γεμάτο.

Αν έχουν ταλέντο, το σέβονται. Θυσιάζουν γι' αυτό την ησυχία τους, τις γυναίκες, το κρασί, την κοσμική ματαιότητα. Είναι περήφανοι για την αξία τους και έχουν συνείδηση της αποστολής τους. Αηδιάζουν από την ασχήμια και καλλιεργούν μέσα τους την ομορφιά.

Δεν μπορούν να κοιμηθούν με τα ρούχα, δεν μπορούν να βλέπουν στο τοίχο κοριούς, να πατούν σε φτυσιές. Δαμάζουν όσα μπορούν και εξευγενίζουν το ερωτικό ένστικτο. Δεν κατεβάζουν βότκα όπου βρεθούν. Πίνουν μονάχα όταν είναι ελεύθεροι και τους δίνεται ευκαιρία. Γιατί τους χρειάζεται "γερό μυαλό σε γερό κορμί"

ΠΗΓΗ
Read More »

Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας, Όσκαρ Ουάιλντ


Ψηλά στην πόλη, σε μια ψηλή στήλη, βρισκόταν το άγαλμα του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα.Ήταν στολισμένο με λεπτά φύλλα καθαρού χρυσού, για μάτια είχε δύο φωτεινά ζαφείρια, και ένα μεγάλο κόκκινο ρουμπίνι έλαμπε στη λαβή του ξίφους του. Ήταν αξιοθαύμαστος. «Είναι όμορφος σαν ανεμοδείκτης», παρατήρησε ένας από τους δημοτικούς συμβούλους, που ήθελε να αποκτήσει τη φήμη για το γούστο του στην Τέχνη, «μόνο δεν είναι και τόσο χρήσιμος», πρόσθεσε, φοβούμενος μήπως οι άνθρωποι σκέφτονταν ότι δεν ήταν πρακτικό πνεύμα, πράγμα που στ’ αλήθεια δεν ίσχυε.


«Μοιάζει σαν άγγελος», αναφώνησαν κάποια παιδιά βγαίνοντας από την εκκλησία. «Πώς το ξέρετε;» Ρώτησε η καθηγήτρια των μαθηματικών, «έχετε δει ποτέ έναν άγγελο;» «Αχ, έχουμε, στα όνειρά μας!» απάντησαν τα παιδιά. Και η καθηγήτρια των μαθηματικών κατσούφιασε γιατί δεν ενέκρινε να ονειρεύονται τα παιδιά.

Ένα βράδυ πέταξε πάνω από την πόλη ένα Χελιδόνι. Οι φίλοι του είχαν φύγει για την Αίγυπτο έξι εβδομάδες πριν, αλλά αυτό είχε μείνει πίσω, γιατί ήταν ερωτευμένο με την πιο όμορφη καλαμιά. Την είχε γνωρίσει στις αρχές της άνοιξης, καθώς πετούσε πάνω από το ποτάμι μετά από ένα μεγάλο κίτρινο σκώρο, και ένιωσε να τον ελκύει τόσο η λεπτή της μέση,που είχε σταματήσει να της μιλήσει. «Να σ 'αγαπώ;" είπε το Χελιδόνι, που του άρεσε να μπαίνει αμέσως στο θέμα, και η καλαμιά έκανε ένα χαμηλό τόξο. Έτσι πέταξε γύρω της, αγγίζοντας το νερό με τα φτερά του, και κάνοντας ασημένιους κυματισμούς. Αυτό ήταν φλερτ του, και κράτησε όλο το καλοκαίρι.

«Είναι μια γελοία προσκόλληση» τιτίβιζαν τα άλλα Χελιδόνια «αυτή δεν έχει χρήματα, και είχεπάρα πολλές σχέσεις» και πράγματι το ποτάμι ήταν γεμάτο από καλαμιές. Στη συνέχεια, όταν ήρθε το φθινόπωρο, πέταξαν όλα τους μακριά. Αφού έφυγαν, το Χελιδόνι ένιωθε μοναξιά, και άρχισε να κουράζεται από την αγάπη του. «Δεν μπορεί να κουβεντιάσει», είπε, «και φοβάμαι ότι είναι μια κοκέτα, γιατί πάντα φλερτάρει με τον άνεμο». Και βεβαίως, όταν ο άνεμος φυσούσε, ο καλαμιά έκανε την πιο χαριτωμένη κίνηση.

«Παραδέχομαι ότι είναι ντόπια», συνέχισε, «αλλά αγαπώ τα ταξίδια, και η γυναίκα μου, κατά συνέπεια, θα πρέπει να αγαπά τα ταξίδια, επίσης».

«Θα έρθεις μαζί μου;» είπε, τέλος, αλλά ο καλαμιά κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, ήταν τόσο δεμένη με το σπίτι της.

«Έπαιζες μαζί μου», φώναξε. «Φεύγω για να τις Πυραμίδες. Αντίο!» και πέταξε μακριά.



Όλη τη μέρα πέταγε, και τη νύχτα έφτασε στην πόλη. «Πού θα κοιμηθώ;» αναρωτήθηκε και τότε είδε το άγαλμα στην ψηλή στήλη. «Θα κοιμηθώ εκεί πάνω», φώναξε «είναι μια ωραία θέση, με άφθονο καθαρό αέρα». Έτσι βολεύτηκε ακριβώς ανάμεσα στα πόδια του Πρίγκιπα. «Έχω μια χρυσή κρεβατοκάμαρα», είπε σιγανά στον εαυτό του όπως κοίταξε γύρω, και ήταν έτοιμος να πάει για ύπνο, αλλά καθώς έβαζε το κεφάλι του κάτω από το φτερό του, μια μεγάλη σταγόνα νερού έπεσε πάνω του. «Τι περίεργο!» φώναξε «δεν υπάρχει ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό, τα αστέρια είναι λαμπερά και όμως βρέχει. Το κλίμα στην βόρεια Ευρώπη είναι πραγματικά φοβερό. Η καλαμιά αγαπούσε τη βροχή, αλλά αυτό ήταν απλώς λόγω τουεγωισμού της». Στη συνέχεια, άλλη μια σταγόνα έπεσε. «Ποια είναι η χρησιμότητα ενός αγάλματος αν δεν μπορεί να κρατήσει τη βροχή μακριά;» αναφώνησε. «Πρέπει να κοιτάξω για μια καλή καμινάδα», είπε, αποφασισμένο να πετάξει μακριά. Αλλά πριν ανοίξει τα φτερά του, μια τρίτη σταγόνα έπεσε, σήκωσε το κεφάλι του, και τότε τον είδε.

Τα μάτια του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα ήταν γεμάτα δάκρυα, και μερικά δάκρυα έτρεχαν ήδη στα χρυσαφένια μάγουλά του. Το πρόσωπό του ήταν τόσο όμορφο στο φεγγαρόφωτο που το μικρό Χελιδόνι ένιωσε οίκτο. «Ποιος είσαι;» είπε.

«Είμαι ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας».

«Τότε γιατί κλαίς;» ρώτησε το Χελιδόνι.

«Όταν ήμουν ζωντανός και είχα ανθρώπινη καρδιά», απάντησε το άγαλμα, «δεν ήξερα τι ήταν δάκρυα, γιατί έζησα στο παλάτι του Sans-Souci, όπου η θλίψη δεν επιτρέπεται να εισέλθει. Στη διάρκεια της ημέρας έπαιζα με τους συντρόφους μου στον κήπο, και το βράδυ ήμουν επικεφαλής στον χορό στη Μεγάλη Αίθουσα. Γύρω από τον κήπο είχε πολύ ψηλούς τοίχους, αλλά ποτέ δεν φρόντισα να ρωτήσω τι υπάρχει πέρα από αυτούς, τα πάντα για μένα ήταν τόσο όμορφα. Οι αυλικοί μου με έλεγαν Ευτυχισμένο Πρίγκιπα, και ήμουν, αν η καλοπέραση θεωρείται ευτυχία. Έτσι έζησα, και έτσι πέθανα. Αλλά τώρα που είμαι νεκρός και με έχουν εναποθέσει εδώ, τόσο ψηλά ώστε να μπορώ να βλέπω όλες τις ασχήμιες και όλη τη δυστυχία στην πόλη μου, αν και η καρδιά μου είναι κατασκευασμένη από μόλυβδο, δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο παρά να κλαίω».

«Τι! Δεν είναι ότι δεν όλος από ατόφιο χρυσάφι;» είπε το Χελιδόνι στον εαυτό του. Ήταν πολύ ευγενικός για να κάνει τέτοιες προσωπικές παρατηρήσεις φωναχτά.

«Πολύ μακριά», συνέχισε το άγαλμα σε μια χαμηλή μουσική φωνή, «πολύ μακριά σε ένα μικρό δρόμο υπάρχει ένα φτωχόσπιτο. Ένα από τα παράθυρα είναι ανοιχτά, και μέσα από αυτό μπορώ να δω μια γυναίκα να κάθεται σε ένα τραπέζι. Το πρόσωπό της είναι λεπτό και κουρασμένο, και έχει σκαμμένα, κόκκινα χέρια, όλα τρυπημένα από τη βελόνα, γιατί είναι ράφτρα. Κεντάει λουλούδια του πάθους σε ένα σατέν φόρεμα για τις πιο όμορφες της υπηρέτριες της βασίλισσας για να το φορέσει στον επόμενο χορό. Σε ένα κρεβάτι στη γωνία του δωματίου το αγοράκι της κοιμάται άρρωστο. Έχει πυρετό και ζητάει πορτοκάλια. Η μητέρα του δεν έχει τίποτα να του δώσει παρά μόνονερό του ποταμού, κι έτσι το αγοράκι κλαίει. Χελιδόνι, Χελιδονάκι , μικρό μου Χελιδόνι, δεν της πας το ρουμπίνι από το σπαθί μου; Τα πόδια μου είναι τοποθετημένα σε αυτό το βάθρο και δεν μπορώ να πάω εγώ».



«Με περιμένουν στην Αίγυπτο», είπε το Χελιδόνι. «Οι φίλοι μου πετούν πάνω και κάτω στο Νείλο, και μιλάνε στα μεγάλα άνθη λωτού. Σύντομα θα πάνε για ύπνο στον τάφο του μεγάλου Βασιλιά. Ο Βασιλιάς είναι εκεί, στο ζωγραφισμένο φέρετρό του. Είναι τυλιγμένος σε κίτρινο λινό ύφασμα, και βαλσαμωμένος με μπαχαρικά. Γύρω από το λαιμό του, έχει μια αλυσίδα από ανοιχτό πράσινο νεφρίτη, και τα χέρια του είναι σαν μαραμένα φύλλα».

«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «δεν θα μείνεις μαζί μου για μια νύχτα ακόμα, για να είσαι ο αγγελιοφόρος μου; Το αγόρι είναι τόσο διψασμένο, και η μητέρα του θλιμμένη».

«Δεν νομίζω ότι συμπαθώ τα αγόρια», απάντησε το Χελιδόνι. «Το περασμένο καλοκαίρι,όταν έμενα στον ποταμό, υπήρχαν δύο αγενή αγόρια, οι γιοι του μυλωνά, οι οποίοι μου πετούσαν πάντα πέτρες Ποτέ δεν με χτύπησαν, φυσικά. Εμείς τα χελιδόνια πετάμε πολύ καλά, και εκτός αυτού, κατάγομαι από μια οικογένεια γνωστή για την ευκινησία της, αλλά και πάλι, ήταν ένα σημάδι έλλειψης σεβασμού». Αλλά ο Πρίγκιπας φαινόταν τόσο λυπημένος που το μικρό Χελιδόνι ζήτησε συγγνώμη. «Έχει πολύ κρύο εδώ», είπε, «αλλά θα μείνω μαζί σου για μια νύχτα ακόμα, και για να σου κάνω τον αγγελιοφόρο». «Σε ευχαριστώ, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο Πρίγκιπας.

Έτσι, το Χελιδόνι έβγαλε το μεγάλο ρουμπίνι από το σπαθί του Πρίγκιπα και πέταξε με αυτό στο ράμφος του, πέρα από τις στέγες της πόλης.

Πέρασε από τον καθεδρικό ναό, όπου υπήρχαν γλυπτά αγγέλων από λευκό μάρμαρο. Πέρασε από το παλάτι και άκουσε τον ήχο του χορού. Μια όμορφη κοπέλα βγήκε στο μπαλκόνι με τον αγαπημένο της. «Πόσο υπέροχα είναι τα αστέρια», της είπε, «και πόσο θαυμάσια είναι η δύναμη της αγάπης!»

«Ελπίζω το φόρεμά μου να είναι έτοιμο εγκαίρως για τον χορό», απάντησε «Έχω παραγγείλει να είναι κεντημένα πάνω του λουλούδια του πάθους, αλλά η ράφτρα είναι τόσο τεμπέλα». Πέρασε πάνω από τον ποταμό, και είδε τα φανάρια να κρέμονται στα κατάρτια των πλοίων. Πέρασε πάνω από το Γκέτο, και είδε γέρους Εβραίους να κάνουν παζάρια ο ένας στον άλλον και να ζυγίζουν τα χρήματα. Επιτέλους έφτασε στο φτωχό σπίτι και κοίταξε μέσα. Το αγόρι στριφογυρνούσε από τον πυρετό στο κρεβάτι του, και η μητέρα του είχε αποκοιμηθεί, καθώς ήταν πολύ κουρασμένη. Αυτό τουλάχιστον ήλπιζε, καθώς άφηνε το μεγάλο ρουμπίνι στο τραπέζι, δίπλα στη δαχτυλήθρα της γυναίκας. Στη συνέχεια πέταξε απαλά γύρω από το κρεβάτι, και άρχισε να αερίζει το μέτωπο του αγοριού με τα φτερά του. «Πόσο δροσερά αισθάνομαι», είπε το αγόρι, «πρέπει να πηγαίνω καλύτερα». Και βυθίστηκε σε έναν απολαυστικό ύπνο.

Στη συνέχεια το Χελιδόνι πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα, και του είπε τι είχε κάνει. «Είναι περίεργο», τόνισε, «αλλά αισθάνομαι πολύ ζεστά τώρα, αν και έχει τόσο κρύο».

«Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι έχεις κάνει μια καλή πράξη», είπε ο Πρίγκιπας. Και το μικρό Χελιδόνι άρχισε να σκέφτεται, και στη συνέχεια το πήρε ο ύπνος. Το να σκέφτεται πάντα του έφερνε υπνηλία. Όταν ξημέρωσε, πέταξε στον ποταμό και έκανε μπάνιο. «Τι αξιοσημείωτο φαινόμενο», είπε ο καθηγητής της ορνιθολογίας, καθώς περνούσε πάνω από τη γέφυρα. «Ένα χελιδόνι το χειμώνα!» Και έγραψε μια μακρά επιστολή γι'αυτό στην τοπική εφημερίδα. «Το βράδυ θα πάω στην Αίγυπτο», είπε το Χελιδόνι, και ήταν σε μεγάλα κέφια. Επισκέφθηκε όλα τα δημόσια μνημεία, και κάθισε πολύ ώρα στην κορυφή του καμπαναριού της εκκλησίας. Όπου και να πήγαινε τα Σπουργίτια τιτίβιζαν, και έλεγαν το ένα στο άλλο: «τι διακεκριμένος ξένος!» και το ίδιο το Χελιδόνι το απολάμβανε πολύ.

Όταν το φεγγάρι βγήκε πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα. «Έχεις τίποτα να στείλεις στην Αίγυπτο;» φώναξε, «ξεκινάω τώρα».

«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «δεν θα μείνεις μαζί μου άλλη μια νύχτα;»

«Με περιμένουν στην Αίγυπτο», απάντησε το Χελιδόνι. «αύριο οι φίλοι μου θα πετάξουν μέχρι τον δεύτερο καταρράχτη. Σε έναν μεγάλο γρανιτένιο θρόνο κάθεται ο Θεός Μέμνων. Όλη τη νύχτα κοιτά τα αστέρια, και όταν έρχεται το πρωινό φως, βγάζει μία κραυγή χαράς, και μετά μένει σιωπηλός. Το μεσημέρι το κίτρινα λιοντάρια κατεβαίνουν άκρη του νερού για να πιουν νερό. Έχουν μάτια καταπράσινα και ο βρυχηθμός τους είναι πιο δυνατός από κάθε βρυχηθμό του καταρράκτη». «Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», αναστέναξε ο πρίγκιπας, «πολύ μακριά στην πόλη βλέπω ένα νεαρό άνδρα σε μια σοφίτα. Σκύβει πάνω από ένα γραφείο καλυμμένο με χαρτιά, και σε ένα ποτήρι δίπλα του, υπάρχει μια δέσμη από μαραμένες βιολέτες. Τα μαλλιά του είναι καφέ και ξερά, και τα χείλη του είναι κόκκινα σαν ρόδι, και έχει μεγάλα και ονειροπόλα μάτια. Προσπαθεί να τελειώσει ένα έργο για τον διευθυντή του Θεάτρου, αλλά κάνει πάρα πολύ κρύο για να γράψει πια. Δεν έχει φωτιά στο τζάκι και η πείνα τον έχει αποδυναμώσει. «Θα μείνω μαζί σου μια νύχτα ακόμα», είπε το Χελιδόνι, που είχε πραγματικά καλή καρδιά. «Να πάρω άλλο ρουμπίνι;»

«Δυστυχώς δεν έχω άλλο ρουμπίνι», δήλωσε ο πρίγκιπας «Τα μάτια μου είναι το μόνο που μου έχει μείνει. Είναι κατασκευασμένα από σπάνια ζαφείρια, που τα έφεραν από την Ινδία χίλια χρόνια πριν. Βγάλε το ένα από αυτά και πήγαινέ το σ 'αυτόν. Θα το πουλήσει στον κοσμηματοπώλη, και θα αγοράσει τρόφιμα και καυσόξυλα, και να τελειώσει το έργο του».

«Καλέ μου Πρίγκιπα», είπε το Χελιδόνι, "δεν μπορώ να το κάνω αυτό». Και άρχισε να κλαίει.

«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «κάνε όπως σου είπα».

Έτσι, το Χελιδόνι έβγαλε το μάτι του Πρίγκιπα και πέταξε μακριά για τη σοφίτα του φοιτητή. Ήταν αρκετά εύκολο να μπει, δεδομένου ότι υπήρχε μια τρύπα στην οροφή. Ο νεαρός άνδρας είχε κρύψει το κεφάλι του μέσα στα χέρια του, οπότε δεν άκουσε το φτερούγισμα του πουλιού. Όταν το σήκωσε, βρήκε το όμορφο ζαφείρι στις μαραμένες βιολέτες.
«Αρχίζουν να με εκτιμούν», φώναξε «αυτό είναι από κάποια μεγάλη θαυμάστρια. Τώρα μπορώ να τελειώσω το έργο μου». Και έδειχνε αρκετά ευτυχής.

Την επόμενη μέρα το Χελιδόνι πέταξε κάτω στο λιμάνι. Κάθισε στο κατάρτι ενός μεγάλου σκάφους και παρακολούθησε τους ναύτες να τραβούν μερικά σχοινιά. «Πάω στην Αίγυπτο» φώναξε το Χελιδόνι, και όταν το φεγγάρι βγήκε ξανά πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα.
«Έρχομαι για να πω αντίο», φώναξε.

«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «δεν θα μείνεις μαζί μου μια νύχτα ακόμα;».

«Είναι χειμώνας», απάντησε το Χελιδόνι, «και το χιόνι θα είναι σύντομα εδώ. Στην Αίγυπτο ο ήλιος είναι ζεστός και έχει πράσινους φοίνικες, και κροκόδειλοι βρίσκονται στη λάσπη και τους κοιτάζουμε νωχελικά. Οι σύντροφοί μου χτίζουνε μια φωλιά στον Ναό του Μπάαλμπεκ. Καλέ μου Πρίγκιπα, πρέπει να σε αφήσω, αλλά ποτέ δεν θα σε ξεχάσω, και την επόμενη άνοιξη θα σου φέρω πίσω δύο πανέμορφα κοσμήματα στη θέση αυτών που έδωσες. Το ρουμπίνι θα είναι πιο κόκκινο από ένα κόκκινο τριαντάφυλλο και το ζαφείρι θα είναι μπλε, όπως η μεγάλη θάλασσα».

«Στην πλατεία κάτω», είπε ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας, «βρίσκεται ένα μικρό κορίτσι που πουλά σπίρτα. Της έπεσαν όμως στην λάσπη. Ο πατέρας της θα την χτυπήσει αν δεν πάει στο σπίτι χρήματα, και έτσι κλαίει. Δεν έχει παπούτσια ή κάλτσες. Βγάλε το άλλο μάτι μου, και δώστο σ’αυτήν, κι ο πατέρας της δεν θα την χτυπήσει».

«Θα μείνω μαζί σου μια νύχτα ακόμα», είπε το Χελιδόνι, «αλλά δεν μπορώ να βγάλω το μάτι σου. Θα είσαι τυφλός μετά».

«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «κάνε όπως σου λέω».

Έτσι έβγαλε και το άλλο μάτι του Πρίγκιπα και πέταξε δίπλα από το κορίτσι, και γλίστρησε το κόσμημα στην παλάμη του χεριού της. «Τι υπέροχο κομμάτι από γυαλί» φώναξε το κοριτσάκι και έτρεξε στο σπίτι, γελώντας.

Στη συνέχεια, το Χελιδόνι γύρισε στον Πρίγκιπα. «Είσαι τυφλός τώρα», είπε, «γι 'αυτό θα μείνω μαζί σου πάντα».

«Όχι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο καημένος Πρίγκιπας, «πρέπει να πας μακριά, στην Αίγυπτο».

«Θα μείνω για πάντα μαζί σου», είπε το Χελιδόνι, και κοιμήθηκε στα πόδια του Πρίγκιπα.

Όλη την επόμενη μέρα κάθισε στον ώμο του Πρίγκιπα και του είπε ιστορίες για το τι είχε δει σε παράξενα εδάφη. Του είπε για τις κόκκινες θρεσκιόρνιθες, που στέκονται στη σειρά στις όχθες του Νείλου, και πιάνουν χρυσόψαρα με τα ράμφη τους, για την Σφίγγα, που είναι τόσο παλιά όσο ο ίδιος ο κόσμος, και ζει στην έρημο, και ξέρει πάντα, για τους εμπόρους, που περπατούν αργά πλάι στις καμήλες τους, και μεταφέρουν κεχριμπαρένιες χάντρες στα χέρια τους, για τον Βασιλιά των βουνών της Σελήνης, ο οποίος, μαύρος σαν τον έβενο και λατρεύει ένα μεγάλο κρύσταλλο, για το μεγάλο πράσινο φίδι που κοιμάται σε ένα φοίνικα, και έχει είκοσι ιερείς για να το ταΐζουν με κέικ μελιού, και για τους πυγμαίους που πλέουν σε μια μεγάλη λίμνη στα μεγάλα επίπεδα φύλλα, και είναι πάντα σε πόλεμο με τις πεταλούδες.
«Αγαπητό μου Χελιδονάκι», είπε ο Πρίγκιπας, «μου λες εκπληκτικά πράγματα, αλλά περισσότερο από ο,τιδήποτε, πιο εκπληκτική είναι η δυστυχία των ανδρών και των γυναικών. Δεν υπάρχει τίποτα τόσο σημαντικό όσο η δυστυχία. Πέταξε πάνω από την πόλη μου, μικρό μου Χελιδόνι, και πες μου τι βλέπεις».



Έτσι το Χελιδόνι πέταξε πάνω από τη μεγάλη πόλη, και είδε τους πλούσιους να είναι χαρούμενοι στα όμορφα σπίτια τους, ενώ οι ζητιάνοι κάθονταν στις πόρτες. Πέταξε σε σκοτεινά δρομάκια, και είδα τα λευκά πρόσωπα πεινασμένων παιδιών να κοιτούν τους μαύρους δρόμους. Κάτω από μια γέφυρα δύο μικρά αγόρια ήταν αγκαλιά για να κρατηθούν ζεστά.«Πόσο πεινασμένοι είμαστε!» είπαν. «Δεν επιτρέπεται να βρίσκεστε εδώ», φώναξε ο φρουρός, και βγήκαν στη βροχή.

Στη συνέχεια πέταξε πίσω και είπε στον Πρίγκιπα όσα είχε δει.

«Είμαι καλυμμένος με χρυσάφι», είπε ο Πρίγκιπας, «πρέπει να το βγάλεις φύλλο φύλλο, και να το δώσεις στους ανθρώπους-πάντα πίστευαν ότι ο χρυσός μπορεί να τους κάνει ευτυχισμένους».

Φύλλο φύλλο, το Χελιδόνι πήρε το χρυσάφι μακριά, μέχρι που ο Πρίγκιπας φαινόταν θαμπός και γκρίζος. Φύλλο φύλλο, πήγαινε το χρυσό στους φτωχούς, και τα πρόσωπα των παιδιών κοκκίνισαν, και γέλασαν και έπαιξαν παιχνίδια στο δρόμο. «Έχουμε ψωμί τώρα!» φώναζαν.

Στη συνέχεια, το χιόνι ήρθε, και μετά το χιόνι ήρθε ο παγετός. Οι δρόμοι φαινόταν σαν να ήταν από ασήμι, τόσο λαμπεροί και γυαλιστεροί. Το καημένο το Χελιδόνι κρύωνε όλο και πιο πολύ, αλλά δεν θα άφηνε τον Πρίγκιπα, που τον αγαπούσε πάρα πολύ. Μάζευε ψίχουλα έξω από την πόρτα του φούρναρη, όταν εκείνος δεν κοιτούσε και προσπαθούσε να κρατηθεί ζεστό με το χτύπημα των φτερών του.

Αλλά τελικά ήξερε ότι επρόκειτο να πεθάνει. Είχε μόνο δύναμη για να πετάξει μέχρι τον ώμο του Πρίγκιπα για μια ακόμη φορά. «Αντίο, αγαπητέ Πρίγκιπα!» μουρμούρισε, «θα μου επιτρέψεις να φιλήσω το χέρι σου;»

«Χαίρομαι που θα πας στην Αίγυπτο επιτέλους, μικρό μου Χελιδόνι», δήλωσε ο Πρίγκιπας, «έχεις μείνει πολύ καιρό εδώ. Μα πρέπει να με φιλήσεις στα χείλη, γιατί σ 'αγαπώ».

«Δεν θα πάω στην Αίγυπτο», είπε το Χελιδόνι. «Πάω στον οίκο του Θανάτου. Ο θάνατος είναι ο αδελφός του Ύπνου, έτσι δεν είναι;»

Και φίλησε τον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα στα χείλη, και έπεσε νεκρός στα πόδια του.

Εκείνη τη στιγμή μια περίεργη ρωγμή ακούστηκε μέσα στο άγαλμα, σαν κάτι να είχε σπάσει. Ήταν η μαύρη, μολυβένια καρδιά που είχε σπάσει στα δύο. Σίγουρα ήταν ένας φοβερά σκληρός παγετός.



Νωρίς το επόμενο πρωί ο Δήμαρχος περπατούσε στην πλατεία, και βλέποντας το άγαλμα, είπε στους δημοτικούς συμβούλους: «πόσο άθλιος φαίνεται ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας!».

«Πόσο άθλιος πραγματικά!" φώναξε ο σύμβουλος, ο οποίος πάντα συμφώνησε με τον Δήμαρχο.

«Το ρουμπίνι έχει βγει από το σπαθί του, τα μάτια του έχουν φύγει, και δεν έχει χρυσό πια», είπε ο Δήμαρχος, «στην πραγματικότητα, είναι λίγο καλύτερος από ένα ζητιάνο!».

«Λίγο καλύτερος από ένα ζητιάνο», είπαν οι δημοτικοί σύμβουλοι.

«Και υπάρχει ένα νεκρό πουλί στα πόδια του!» συνέχισε ο Δήμαρχος. «Πρέπει να εκδοθεί μια διακήρυξη ότι τα πουλιά δεν επιτρέπεται να πεθαίνουν εδώ». Και η γραμματέας σημείωσε την πρόταση.

Έτσι γκρέμισαν το άγαλμα του Πρίγκιπα. «Αφού δεν είναι πλέον όμορφος δεν είναι χρήσιμος», δήλωσε ο Καθηγητής Τέχνης στο Πανεπιστήμιο.

Στη συνέχεια έλιωσαν το άγαλμα σε μια κάμινο, και ο Δήμαρχος είχε μια συνάντηση με τους συμβούλους για να αποφασίσουν τι θα γίνει με το μέταλλο. «Πρέπει να έχουμε ένα άλλο άγαλμα, φυσικά», είπε, «και πρέπει να είναι ένα άγαλμα δικό μου».

«Δικό μου», δήλωσε ο κάθε Σύμβουλος, και άρχισαν να μαλώνουν. Την τελευταία φορά που άκουσα γι’αυτούς μάλωναν ακόμα.

«Τι παράξενο πράγμα!» είπαν οι εργάτες στα χυτήρια. «Αυτή η σπασμένη καρδιά δεν λιώνει στο φούρνο. Πρέπει να την πετάξουμε». Έτσι την πέταξαν εκεί που είχαν πετάξει και το νεκρό Χελιδόνι.

«Φέρε μου τα δύο πιο πολύτιμα πράγματα της πόλης», είπε ο Θεός σε έναν από τους αγγέλους του, και ο άγγελος του έφερε τη μαύρη καρδιά και το νεκρό πουλί.
«Έχεις επιλέξει σωστά», είπε ο Θεός, «στο κήπο του Παραδείσου αυτό το μικρό πουλί θα τραγουδά για πάντα, και στην πόλη του χρυσού ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας θα με δοξάζει»

ΠΗΓΗ
Read More »

21 βιβλία που μπορούν να μας κάνουν σοφότερους!

Βιογραφίες, αυτοβιογραφίες, πολιτική, φιλοσοφία, ιστορία, επιστήμη, λογοτεχνική κριτική, ιδέες και εδέσματα.

Του Κώστα Κατσουλάρη

Τα χρόνια της κρίσης σήμαναν για το χώρο του βιβλίου, μεταξύ άλλων, την ορμητική επιστροφή του μη-μυθοπλαστικού βιβλίου, των πάσης φύσεως δοκιμίων και μελετών, πολλά από τα οποία αφορούν είτε την ιστορία είτε την πολιτική και την οικονομία είτε ένα συνδυασμό όλων αυτών. Το ερώτημα που υποβόσκει πίσω από αυτόν τον εκδοτικό οργασμό παραμένει απαράλλαχτο: Πώς φτάσαμε ώς εδώ; Τι είναι αυτό που αποκαλούμε «ελληνική κρίση» (αλλά και παγκόσμια), ποια λάθη, ποιες πράξεις ή παραλείψεις ή ποια ιστορική αναγκαιότητα μας έφερε σε αυτό το σημείο;

Στο αίσθημα αδιεξόδου και εγκλωβισμού που κυριάρχησε, ο εκδοτικός χώρος αντέδρασε με φιλόδοξα εγχειρήματα προς ποικίλες κατευθύνσεις, ιστορικές, φιλοσοφικές, ανθρωπολογικές και άλλες, πλουτίζοντας τις βιβλιοθήκες με κάμποσα βιβλία-κοσμήματα ή βιβλία-αποκτήματα. Ορισμένα από αυτά έπεσαν στα χέρια μας αυτούς τους τελευταίους μήνες της χρονιάς που φεύγει, τα βάλαμε ξανά πάνω στο γραφείο μας μαζί με άλλα που επίσης ξεχωρίσαμε, και ιδού εικοσιένα βιβλία που μπορούν να μας κερδίσουν και να κερδίσουμε από αυτά, αφορμές και μόνο για να ξεχυθούμε στα βιβλιοπωλεία αναζητώντας κι άλλα αναγνώσματα της καρδιάς μας, μια και ο χειμώνας είναι μπροστά μας και παραμένει, παρά τα όσα λέγονται, η καλύτερη εποχή για αναγνωστικούς μαραθωνίους.

Βιογραφίες και αυτοβιογραφίες

Λίγο πριν βάλει τέλος στη ζωή του, στα 1942, αυτοεξόριστος στη μακρινή Βραζιλία, ο Στέφαν Τσβάιχ ολοκλήρωσε, παράλληλα με την Σκακιστική νουβέλα, το τελευταίο του δοκιμιακό έργο, στο οποίο αρχικά είχε δώσει τον τίτλο Ευχαριστία στο Μονταίνιο. Στη ζωή και στο πνεύμα του Μονταίνιου ο Τσβάιχ βρίσκει μια παραδειγματική μορφή, μια αδελφή ψυχή, που είχε δει, όπως κι εκείνος, να χάνεται ο κόσμος στον οποίο είχε πιστέψει, να καταρρέει η ελπίδα για μια ανθρωπότητα καλύτερη. Κομψή γραφή, κομψή σκέψη και μια ακόμη εξαιρετική έκδοση από την Άγρα, που περιλαμβάνει εισαγωγικό σημείωμα από τον Γερμανό εκδότη, πρόλογο του Roland Jaccard, επίμετρο του Παναγιώτη Κ. Τσούκα και πλήρη εργογραφία του Stevan Zweig από τη μεταφράστρια Μαρία Αγγελίδου. Τι άλλο να ζητήσει κανείς από ένα βιβλιαράκι 200 σελίδων, εκτός από ένα όμορφο εξώφυλλο;


Αφήνοντας τον πραγματικό Μονταίνιο για τον «φασματικό» Σωκράτη, ο ιατρός και μελετητής της αρχαίας ιατρικής και της αρχαιότητας εν γένει Πάνος Δ. Αποστολίδης, στο βιβλίο του με τίτλο Σωκράτης – Βίος και Πολιτεία (εκδ. Gutenberg), επιχείρησε να εντοπίσει το ακριβές στίγμα του μεγαλύτερου φιλόσοφου της αρχαιότητας που όμως δεν άφησε ούτε μια γραπτή αράδα, με αποτέλεσμα να τον γνωρίζουμε μόνο διαμεσολαβημένο από άλλα σπουδαία πνεύματα, με προεξάρχοντα τον Πλάτωνα, αλλά και τον Ξενοφώντα, τον Αριστοφάνη και, λιγότερο, τον Αριστοτέλη. Χίλιες σελίδες σε αναζήτηση του αληθινού Σωκράτη, ένα μνημειώδες έργο για την πιο εμβληματική μορφή της αρχαιότητας.


Από την προσχηματική βιογραφία στην προσχηματική αυτοβιογραφία: Το βιβλίο του ποιητή Edmund Gosse Πατέρας και γιος - σπουδή πάνω σε δύο ιδιοσυγκρασίες (μτφρ. Παναγιώτης Σουλτάνης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) είναι, τυπικά τουλάχιστον, αυτοβιογραφικό και καλύπτει ένα χρονικό διάστημα περίπου δύο δεκαετιών. Αποτελεί λεπτομερή και ευαίσθητη καταγραφή της σχέσης του Έντμουντ με τον πατέρα του Φίλιπ Χένρυ Γκος (Philip Henry Gosse, 1810-1888), σημαντικού φυσιοδίφη, με πλούσιο επιστημονικό έργο, αλλά και εξέχον μέλος των Αδελφών του Πλύμουθ, μιας προτεσταντικής σέκτας διαβόητης για την αυστηρότητά της. Χαρακτηριστικό της στενόμυαλης οπτικής του πατρός Γκος είναι η απόρριψη των θεωριών του συναδέλφου του Κάρολου Δαρβίνου που εκείνη την εποχή δημοσιοποιούσε τις ανακαλύψεις του.


Αυτοβιογραφικό, και ταυτόχρονα συναρπαστική περιήγηση στα θαύματα της σύγχρονης κοσμολογίας, είναι το βιβλίο που συνέγραψε ο φυσικός και Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών Δημήτρης Νανόπουλος με τη βοήθεια του δημοσιογράφου Μάκη Προβατά και στο οποίο έδωσε τον τίτλο Στον τρίτο βράχο από τον ήλιο – Μία ζωή, η επιστήμη κι άλλα παράλληλα σύμπαντα (εκδ. Πατάκη). Το βιβλίο των Νανόπουλου-Προβατά ανήκει στο είδος των έργων που αν τα πιάσεις στα χέρια σου δεν ξανασηκώνεται από την καρέκλα, το κρεβάτι ή τον καναπέ, παρά μόνο όταν θα το έχεις τελειώσει. Ζωντανό και σπινθηροβόλο, διηγείται την ιστορία πολλών θαυμάτων, μέσα από τη ζωή και τους μεγάλους σταθμούς στα επιστημονικά επιτεύγματα της εποχής μας, αποπνέοντας αγάπη για τους ανθρώπους και την επιστήμη.


Μια μορφή αυτοβιογραφίας, έστω περιορισμένης στο χρονικό της ασθένειας, είναι το βιβλίο της πεζογράφου Σοφίας Νικολαΐδου Καλά και σήμερα – Το χρονικό του καρκίνου στο δικό μου στήθος (εκδ. Μεταίχμιο). Από τη διάγνωση μέχρι την εγχείρηση, κι από εκεί σε όλα τα «στάδια» της θεραπείας και της παρακολούθησης της ασθένειας, με τις ψυχικές και σωματικές μεταπτώσεις που συνεπάγεται, η Νικολαΐδου έγραψε την ιστορία της δικής της προσωπικής περιπέτειας με ύφος κοφτό, ασθματικό, ευθύ.



Η νευροβιολογία στο ντιβάνι




Αν και ο Φρόιντ προσπάθησε να χτίσει μια ολόκληρη ψυχική γεωγραφία βασιζόμενος κυρίως στην εμπειρία με τους ασθενείς και στα όνειρα, ποτέ του δεν έκρυψε την ελπίδα του κάποια στιγμή η ψυχανάλυση να εξελιχθεί σε θετική επιστήμη. Η ελπίδα του αυτή έμελε να αποδειχτεί φρούδα, για λόγους που δεν είναι της παρούσης, με αποτέλεσμα οι σχέσεις της Ψυχανάλυσης με την επιστήμη (την Ψυχιατρική, ας πούμε) να εξελιχθούν σε απόμακρες έως εχθρικές. Κι όμως, από τη απέναντι ixnh empeiriasπλευρά, την πλευρά της μελέτης του εγκεφάλου και της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσα από την αποτύπωσή της στις εγκεφαλικές λειτουργίες, η πρόοδος ήταν τα τελευταία χρόνια ραγδαία. Τα ζητήματα που τίθενται είναι πολλά και σοβαρά, με τον κίνδυνο του «βιολογισμού» να ελοχεύει σε κάθε προσπάθεια να αναχθεί ο ανθρώπινος ψυχισμός σε «συνάψεις», ωστόσο όλα είναι ζήτημα οπτικής και επιστημονικής ηθικής. Οι Francois Ansermet, Pierre Magistretti με το βιβλίο τους Τα ίχνη της εμπειρίας – νευρωνική πλαστικότητα και η συνάντηση της βιολογίας με την ψυχανάλυση (μτφρ. Βασιλική Βακάκη, επιμ. Ηλίας Κούβελας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) επιχειρούν αυτό το άλμα μέσα από τις τελευταίες εξελίξεις στη νευροβιολογία ανακαλύπτοντας τα πολλαπλά «ίχνη» της ανθρώπινης εμπειρίας στις εγγραφές του εγκεφάλου. Πώς ακριβώς εμφανίζεται το «ασυνείδητο» στον εγκέφαλο; Πώς λειτουργεί και πώς εξηγείται το γεγονός ότι ο καθένας από εμάς είναι μοναδικός; Ένα εξαιρετικό βιβλίο για ένα δύσκολο και γοητευτικό ζήτημα, μια ακόμη θαυμάσια πρόταση από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Ιστορία, ιστορίες, ιστορείν

Ένα θεμελιακό έργο για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας και της επιστήμης, το περίφημο Η νέα επιστημονική γνώση του Giambattista Vico (εισαγ.-μτφρ.-πίνακες, Γιώργος Κεντρωτής, εκδ. Gutenberg) είναι πλέον προσιτό και στο ελληνικό κοινό. Η ελληνική έκδοση του έργου του Ναπολιτάνου καθηγητή ρητορικής Τζαμπαττίστα Βίκο είναι αποτέλεσμα άοκνης μεταφραστικής προσπάθειας αλλά και εκδοτικής γενναιοδωρίας. Αν και θεωρητικά δεν απευθύνεται στο ευρύ κοινό, εντέλει πρόκειται για έργο προσιτό στον απαιτητικό αναγνώστη, βοηθούντων των πληρέστατων σημειώσεων και του δουλεμένου ευρετηρίου ονομάτων, όρων και χωρίων από την Αγία Γραφή ή την ελληνική γραμματεία. Ένα βιβλίο που αξίζει κάθε γραμμάριο από το βάρος των χιλίων και πλέον σελίδων του.

Εξαιρετικά σημαντική για τη μελέτη της πολύ πρόσφατης ελληνικής ιστορίας είναι η μελέτη του ιστορικού και πολιτικού επιστήμονα Κωστή Κορνέτη Τα παιδιά της δικτατορίας (μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, εκδ. Πόλις), που κυκλοφόρησε πρώτα στις Ηνωμένες Πολιτείες και πρόσφατα στη χώρα μας, σε μετάφραση. Το βιβλίο του Κορνέτη είναι μάλλον το πρώτο που επιχειρεί να αποτυπώσει διεξοδικά σημαντικά ζητήματα που καθόρισαν την κουλτούρα και την πολιτική συμπεριφορά της γενιάς που μεγάλωσε μέσα στη Δικτατορία, καθώς και της γενιάς του Πολυτεχνείου που ακολούθησε, θέτοντας ερωτήματα όπως για τη σχέση των νέων της Ελλάδας της Δικτατορίας με τα κινήματα της Διαμαρτυρίας του 1968, του γαλλικού Μάη και άλλων. Ένα έργο που έρχεται, θα έλεγε κανείς, την κατάλληλη στιγμή, όταν η ακροδεξιά ρητορεία συνεπικουρούμενη από μια απολιτίκ καταγγελτική στάση έχουν επιχειρήσει να ενοχοποιήσουν σύσσωμη τη Γενιά του Πολυτεχνείου και πολλές από τις προοδευτικές κατακτήσεις της στο πλαίσιο της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Βιβλίο-απόκτημα που πρέπει να διαβαστεί και να συζητηθεί σε βάθος.

Ένα διαμάντι της λεγόμενης στρατοπεδικής γραμματείας, το Μίλενα από την Πράγα της Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν (μτφρ. Τούλα Σιετή, εκδ. Κίχλη) μόλις κυκλοφόρησε, σε πολύ ωραία έκδοση, καλά επιμελημένη από την Αριάδνη Δημακοπούλου (που συνέγραψε και το επίμετρο) και τη Μήνα Πατεράκη-Γαρέφη. Η Μπούμπερ-Νόυμαν είναι η γνωστότερη από όσους έζησαν και τις δυο όψεις της στρατοπεδικής βαρβαρότητας, αρχικά ως αιχμάλωτη του Στάλιν και στη συνέχεια ως αιχμάλωτη του Χίτλερ. Στο βιβλίο περιλαμβάνεται όπως είναι ευνόητο και κεφάλαιο για τη σχέση της Μίλενα Γιέσενσκα με τον Κάφκα, αλλά και πολύτιμες μαρτυρίες για ποικίλες ομάδες που εξοντώθηκαν κατά τη μετατροπή του Ράβενσπρουκ από στρατόπεδο εργασίας σε στρατόπεδο εξόντωσης (ομοφυλόφιλοι, ποινικοί, τσιγγάνοι κ.ά). Ως βιογραφία, ανατρέχει στα χρόνια της νεότητας και της ωριμότητας της Μίλενα στη γενέθλια Πράγα, αλλά και στη Βιέννη, αναδεικνύοντας την αντισυμβατική προσωπικότητά της. Και επειδή στη ζωή της το ατομικό και το συλλογικό ήταν συνυφασμένα, η αφήγηση εξελίσσεται σε τοιχογραφία των ιδεολογικών, πολιτικών και καλλιτεχνικών τάσεων κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, τότε που το όραμα της επανάστασης συμβάδιζε με τα οράματα των πρωτοποριακών κινημάτων στον χώρο της τέχνης.

Εντελώς πρωτότυπη μελέτη, ίσως και μοναδική στο είδος της, είναι η μελέτη της Charlotte Beradt Τα όνειρα στο τρίτο Ράιχ (μτφρ. Γιάννης Καλιφατίδης, εκδ. Άγρα) στην οποία η Γερμανοεβραία δημοσιογράφος, κατοπινή φίλη και μεταφράστρια της Χάνα Άρεντ, συγκέντρωσε όνειρα Γερμανών πολιτών, Εβραίων και μη, που ζούσαν κάτω από την πραγματικότητα του Τρίτου Ράιχ, από το 1933 έως το 1939. Τα κρυπτογράφησε, κι αφού τα έκρυψε στη βιβλιοθήκη της στη συνέχεια τα ταχυδρόμησε στο εξωτερικό, όπου και τα περισυνέλεξε το 1939, στη Νέα Υόρκη. Διαβάζοντας τα όνειρα αυτά γίνεται φανερό ότι ο ζόφος του ολοκληρωτικού καθεστώτος δεν περιορίζεται στο δημόσιο χώρο αλλά στοιχειώνει και αλλοιώνει και τον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων οι οποίοι πλέον ζουν υπό το φόβο και τη μόνιμη απειλή. Μια προσπάθεια, επίσης, να ερμηνευτεί, μέσα από αυτό το κλειδί, το πώς και το γιατί ένα ολόκληρο έθνος συμπορεύτηκε στην παράνοια ενός καθεστώτος θεμελιωμένου στη βία και τον τρόμο.

Από την άλλη, ακούμε σήμερα συχνά να λέγεται ότι το φανατικό Ισλάμ είναι μια νέα μορφή «ναζισμού», έστω και με τη δόση αυθαιρεσίας που απαιτούν παρόμοιες ιστορικές αναγωγές και συγκρίσεις. Λέγεται επίσης, και σωστά, ότι έχει έρθει η στιγμή για όλους εμάς τους Ευρωπαίους να ενσκύψουμε με μεγαλύτερη κατανόηση πάνω από τον ισλαμισμό, τόσο ως θρησκευτικό όσο και ως πολιτικό φαινόμενο και να προσπαθήσουμε να το δούμε σε βάθος αντί να το δαιμονοποιούμε με την πολιτισμική υπεροψία του πεφωτισμένου δυτικού. Ο Μιχάλης Μαριόρας διδάσκει για το Ισλάμ και την συγκριτική ιστορία των θρησκειών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και είναι συγγραφέας του ιδιαίτερα διαφωτιστικού βιβλίου Στα μονοπάτια του Ισλάμ – μουσουλμανικές προσεγγίσεις (εκδ. Πεδίο, 2014), αλλά και του πιο πρόσφατου Οι προϊσλαμικές θρησκείες της αραβικής χερσονήσου – Το Αναμενόμενο και το Απροσδόκητο (εκδ. Πεδίο). Ίσως θα ήταν καλύτερα τα δύο αυτά βιβλία να διαβάζονταν με την αντίστροφη σειρά από αυτή με την οποία γράφτηκαν, μια και το τελευταίο προσπαθεί να ιχνηλατήσει για ποιο λόγο οι λαοί της Αραβικής Χερσονήσου αντί να υιοθετήσουν μια από τις κραταιές τότε μονοθεϊστικές θρησκείες, την Χριστιανική ή την Ιουδαϊκή, στράφηκαν προς τον Μωαμεθανισμό, που κατάφερε να τους παράσχει μια ενοποιητική θρησκευτική και πολιτική ομπρέλα. Δυο εξαιρετικά ενδιαφέροντα και πολλαπλώς χρήσιμα βιβλία.

Πολιτική, πολιτισμός, πολλαπλότητα

Η συγγραφέας και ιστορικός Σώτη Τριανταφύλλου στοχάζεται πάνω στα προβλήματα των σύγχρονων κοινωνιών, με αιχμή αυτά που προκύπτουν από την αναγκαστική συνύπαρξη διαφορετικών εθνών, θρησκειών και πολιτισμών στους κόλπους τους. Με το βιβλίο της Πλουραλισμός, Πολυπολιτισμικότητα, ενσωμάτωση, αφομοίωση (εκδ. Πατάκη) επιχειρεί να δώσει μια απάντηση στα σύνθετα προβλήματα της εποχής προτάσσoντας την αξία του Πλουραλισμού έναντι αυτής της Πολυπολιτισμικότητας, την οποία θεωρεί χρεωκοπημένο μοντέλο που σωρεύει περισσότερα sotiπροβλήματα από αυτά που λύνει. Πολλά από τα θέματα που συζητιούνται αυτόν τον καιρό, με αφορμή και τα τρομοκρατικά χτυπήματα στο Παρίσι, τίθενται επί τάπητος στο παρόν βιβλίο, συνήθως με καθαρό (και οξύ) τρόπο. Ένα βιβλίο που, είτε κανείς συμφωνεί είτε διαφωνεί, αξίζει να διαβαστεί και να συζητηθεί με ψυχραιμία. Χάριν συντομίας, προτάσσω το μότο που έχει επιλεγεί από τη συγγραφέα, κι ανήκει στον βιολόγο, προγραμματικά κι εργολαβικά, θα λέγαμε, αθεϊστή Richard Dawkins: «Η θρησκεία μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους σε επικίνδυνη τρέλα. Συμπεραίνω ότι η θρησκευτική πίστη είναι μια ψυχική διαταραχή». Έχοντας αφήσει πίσω μας τον 20ο αιώνα, που αιματοκυλίστηκε κατά συστηματικό τρόπο από διακηρυγμένα «άθεους» ηγέτες (Χίτλερ, Στάλιν, Μάο, Πολ Ποτ), τις περισσότερες φορές διώκοντας λυσσαλέα τους παραδοσιακούς πιστούς, γίνονται νομίζω φανερά τα όρια τέτοιων μονόπλευρων διαπιστώσεων που προσφέρονται περισσότερο για πολεμική και λιγότερο για κατανόηση. Τούτου λεχθέντος, cherchez le livre.

Η δημοσιογράφος και συγγραφέας Naomi Klein, μετά τα δημοφιλή No logo και Το δόγμα του σοκ (στις εκδόσεις Λιβάνη, αμφότερα), συντονίζεται και πάλι με την επικαιρότητα και μας δίνει ένα ιδιαίτερα αναλυτικό βιβλίο για τις αιτίες που γεννούν το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής, με τίτλο Αυτό αλλάζει τα πάντα – Καπιταλισμός εναντίον κλίματος (μτφρ. Άγγελος Φιλιπάττος, εκδ. Λιβάνη). Μεγάλος όγκος πληροφοριών και μασημένη (εναλλακτική) τροφή συνθέτουν το μείγμα που θα χαρίσει την επιτυχία και σε αυτό το βιβλίο της Ναόμι Κλάιν. Κι ενώ δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει τον συσχετισμό μεταξύ της αδηφάγου λογικής (ή μη λογικής) του σύγχρονου καπιταλισμού και της υπερθέρμανσης του πλανήτη (αν βέβαια θεωρήσουμε την Κίνα, τον μεγαλύτερο καταναλωτή άνθρακα στον κόσμο, κέντρο του καπιταλισμού, αγνοώντας όλη την υπόλοιπη πολιτική δομή της χώρας), αυτό που τελικά μένει, ήδη από τον τίτλο του βιβλίου, είναι μια αμήχανη διερώτηση: Θα πρέπει άραγε να αναβάλουμε τη σωτηρία του πλανήτη στο ίδιο μακρινό μέλλον όπου έχει μεταφερθεί η «απαλλαγή» της ανθρωπότητας από τον τρισκατάρατο καπιταλισμό; Ευτυχώς, πρόσφατα, οι ηγέτες του κόσμου στο Παρίσι έδωσαν πιο άμεσες και συγκεκριμένες απαντήσεις, στο ίδιο οικονομικό πλαίσιο.

Σε παρόμοιο μήκος κύματος, αλλά με πιο εκλεπτυσμένη σκέψη, ο Ισπανός διανοούμενος Manuel Arriaga μας προκαλεί με το βιβλιαράκι Για την επανεκκίνηση της δημοκρατίας (μτφρ. Ηλίας Παπαζαχαρίας, εκδ. Αιώρα) μια σειρά από γόνιμους προβληματισμούς γύρω από τα όρια και τις παθογένειες των σύγχρονων δημοκρατιών. Ποιο είναι το συμπέρασμα, με δυο λόγια; Οι πολίτες θα πρέπει να οργανωθούν και να μην αφήνουν την πολιτική (που είναι πολύ σοβαρό πράγμα) μονάχα στους πολιτικούς (που συχνότατα δεν είναι όσο σοβαροί απαιτείται).

Οι Γάλλοι στοχαστές, ως γνωστόν, έλκονται από τα οξύμωρα σχήματα και τις διανοητικές προκλήσεις, εξού και συχνά επιδίδονται στο να πλέκουν τα εγκώμια αμφιλεγόμενων ιδεών ή προσώπων. Έτσι, ο «πολύς» αριστερός Ρεζίς Ντεμπρέ αναλαμβάνει να πλέξει το Εγκώμιο των συνόρων (μτφρ.-σημειώσεις: Αντώνης Καραβασίλης, εκδ. Εστία). Σε αυτή τη διάλεξη που δόθηκε το 2010 στη Γαλλο-Ιαπωνική Εστία του Τόκυο επιχειρεί, μέσα από την υπεράσπιση της έννοιας του συνόρου, να υπερασπιστεί ταυτόχρονα το ιδιαίτερο και το τοπικό, μαζί με την ίδια μας την ικανότητα να στοχαζόμαστε «ανοιχτά», ακριβώς επειδή στοχαζόμαστε από κάποιον οριοθετημένο «τόπο».

Παρομοίως, αν και με τελείως άλλο υπόβαθρο, ο γνωστός μας ως διευθυντής της εταιρείας Lazard, που «συμβούλεψε» για ένα διάστημα την νέα ελληνική κυβέρνηση, Matthieu Pigasse, στο ευσύνοπτο βιβλίο του Εγκώμιο της μη κανονικότητας (μτφρ. Γιώργος Ξενάριος, εκδ. Στερέωμα) διατείνεται ότι η οξύτητα των προβλημάτων της εποχής μας δεν επιτρέπει κλασικές προσεγγίσεις και απαιτεί ανατρεπτικό βλέμμα και ρηξικέλευθες πράξεις. Το βιβλίο θα μπορούσε να συμπυκνωθεί στην ιδέα πως πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε «έξω από το κουτί», αλλά ειδικά για εμάς τους Έλληνες υπάρχει και πρόσθετο ενδιαφέρον, μια και ο Πιγκάς αναφέρεται συγκεκριμένα στα ελληνικά προβλήματα, στην Κύπρο και στην τρέχουσα ευρωπαϊκή κρίση.

Μιλώντας για ιδέες και αντικομφορμιστική σκέψη, στο βιβλίο του Steven Johnson Από πού έρχονται οι ιδέες – Η φυσική ιστορία της καινοτομίας (μτφρ. Δημήτρης Ποταμιάνος, επιστ. επιμ. Μπέττυ Τσακαρέστου, εκδ. Πεδίο) επιχειρείται να χαρτογραφηθεί το «DNA» της καινοτομίας μέσα στα χρόνια, προκρίνοντας πρώτα απ’ όλα την συνεργατικότητα και τη συνδημιουργία, ιδέες που έχουν επανέλθει δριμύτερες στο πλαίσιο της ψηφιακής μας κουλτούρας.



Λογοτεχνική κριτική με καρδιά



Οι εκδόσεις Αντίποδες μόλις έκλεισαν έναν χρόνο ζωής, έχοντας αφήσει ήδη το στίγμα τους στα εκδοτικά μας πράγματα, με τα κομψά και έξυπνα επιλεγμένα βιβλιαράκια τους, ξεχωρίζοντας για την ώρα κυρίως για τις επιλογές τους στην ελληνική πεζογραφία – η μεγάλη επιτυχία του Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου υπήρξε η ιδανική ατμομηχανή του εκδοτικού εγχειρήματος. Λίγο πριν κλείσει stainerο χρόνος, εξέδωσαν ένα από κάθε άποψη «μεγάλο» βιβλίο, το κλασικό δοκίμιο του Τζωρτζ ΣτάινερΤολστόι ή Ντοστογιέφσκι – Δοκίμιο παλαιάς κριτικής (μτφρ. Κώστας Σπαθαράκης), το πρώτο έργο του σπουδαίου αυτού κριτικού και στοχαστή, που δημοσιεύτηκε το 1959 και αναδημοσιεύτηκε το 1996 από το Yale University Press. Είναι δύσκολο να συνοψίσει κανείς με δυο λόγια πόσα θέματα θίγει και ανασκαλεύει ο Στάινερ μέσα από το προκλητικό ερώτημα του τίτλου. Ίσως η καλύτερη πρόσκληση στην ανάγνωση αυτού του πυρετικού και ερεθιστικού δοκιμίου να είναι η φράση με την οποία εκκινεί το βιβλίο: «Η λογοτεχνική κριτική πρέπει να γεννιέται από ένα χρέος αγάπης.» Ένα σπάνιο έργο κριτικής που μας διδάσκει πώς να διαβάζουμε και πώς να σκεφτόμαστε τα κείμενα και τον εαυτό μας, μέσα από τη μελέτη ορισμένων από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της νεωτερικότητας.                      



Πολλές ερεθιστικές σκέψεις θα συναντήσει ο αναγνώστης και στη συλλογή δοκιμίων Αφερέγγυοι και πλάνητες – Δοκίμια για τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό (εκδ. Κέδρος), του Γιώργου Αριστηνού, που βραβεύτηκε πρόσφατα από την Ακαδημία Αθηνών. Όχι τυχαία, στο πρώτο κιόλας κείμενο της συλλογής με τίτλο «Ο ανορθόδοξος Παπαδιαμάντης (μικρή μελέτη για τη Φόνισσα)» παρατίθεται η διάσημη φράση του George Steiner (μεταφράζω πρόχειρα): «Η διόρθωση που φέρει ο μεταφραστής λανθάνει στο πρωτότυπο». Εκλεκτικές συγγένειες, λοιπόν, συναντήσεις, αντηχήσεις. Ο Γιώργος Αριστηνός είναι ένας από τους λίγους Έλληνες συγγραφείς που παίρνουν στα σοβαρά τον κριτικό και θεωρητικό λόγο, κι εδώ συγκέντρωσε έναν πλούσιο αστερισμό κειμένων που μετεωρίζονται γόνιμα μεταξύ λογοτεχνικής και πολιτισμικής κριτικής.

Νόμπελ και άλλα... εδέσματα

Ο πεζογράφος Κώστας Αρκουδέας έψαξε, έσκαψε κι έφερε στο φως μια σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό ιστορία, με ήρωα έναν από τους μεγαλύτερους πρωταγωνιστές των ελληνικών γραμμάτων, τον Νίκο Καζαντζάκη. Στο βιβλίο του Το χαμένο Νόμπελ – μια to hameno nobelαληθινή ιστορία (εκδ. Καστανιώτη), μέσα από προσωπικές μαρτυρίες, επιστολές, άρθρα, αποσπάσματα από βιβλία και ντοκουμέντα, συνθέτει την ιστορία της υποψηφιότητας για Νόμπελ λογοτεχνίας από τον Νίκο Καζαντζάκη και την πορεία αυτής της υποψηφιότητας προς την αποτυχία. Τοιχογραφία μιας εποχής, μέσα από μεγάλες προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών και μια υπόθεση που ανέδειξε τις αντιφάσεις και τις αντιπαλότητες της σύγχρονης Ελλάδας.

Ολοκληρώνοντας αυτή την περιήγηση από το «κεφάλι» στην «καρδιά», μοιραία καταλήγουμε στο «στομάχι». Η δημοσιογράφος, ηθοποιός και πολιτιστική συντάκτρια Μελίσσα Στοΐλη στο βιβλίο της Και διηγώντας τα... να τρως – ιστορίες και συνταγές εδεσμάτων (εκδ. Κίχλη), συνοδεύει ορισμένα από τα πιο γνωστά φαγητά και γλυκά με ευφάνταστες ιστορίες. Παγωτά, μακαρονάδες, ιμάμ, μπερδεύονται με ιστορίες για άγιους και ιππότες, βασιλιάδες και επαναστάτες, μπλέκοντας γεύσεις με λέξεις σε αναπάντεχους συνδυασμούς, που στολίζονται δεξιά κι αριστερά με μικρά ασπρόμαυρα σκίτσα ή γκραβούρες. Στο τέλος παρατίθενται σε κλασική μορφή οι συνταγές των φαγητών που αναφέρονται, αλλά αν δεν πιάσει κανείς στα χέρια του το ίδιο το βιβλίο δεν θα μπορέσει να αντιληφθεί, με την αφή και με το μάτι και με την όσφρηση, τη χαρά και την αισθητική συγκίνηση που προκαλεί ακόμη σε πολλούς από εμάς ένα τόσο προσεγμένο βιβλίο, ως αντικείμενο και μόνο.

ΠΗΓΗ
Read More »