Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ: ο πνευματικός πατέρας του Σέρλοκ Χολμς!


Στις 22 Μαΐου 1859 γεννήθηκε στο Εδιμβούργο ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, ο πνευματικός πατέρας του δαιμόνιου Σέρλοκ Χολμς. Μολονότι οι γονείς του τον ανέθρεψαν με όλες τις αρχές του ρωμαιοκαθολικισμού, ο ίδιος από τα μαθητικά του κιόλας χρόνια ήρθε σε σύγκρουση με τη χριστιανική του πίστη. Άρχισε να εκδηλώνει ένα πρώιμο ενδιαφέρον για τον πνευματισμό, παρακολουθώντας διαλέξεις επί του θέματος και δημοσιεύοντας κατά καιρούς άρθρα με ανάλογο περιεχόμενο. Παράλληλα σπούδασε ιατρική και για κάποια χρόνια εργάστηκε σε ένα προάστιο του Πόρτσμουθ, ως ειδικευμένος οφθαλμίατρος.

   Το 1887 ο Ντόιλ τύπωσε το μυθιστόρημα Μελέτη σε Κόκκινο, όπου πρωτοεμφανίστηκε ο τύπος του Σέρλοκ Χολμς. Τα επόμενα χρόνια, μέχρι και το 1893, συνεργάστηκε συστηματικά με την εφημερίδα Στραντ στην οποία δημοσιεύτηκαν συνολικά 23 διηγήματα, με κύριο ήρωα το διάσημο ντετέκτιβ. Η φήμη που απέκτησε ήταν τεράστια, το αναγνωστικό κοινό διάβαζε με μανία τις ιστορίες του. Εντυπωσιαζόταν από το μοναδικό τρόπο που ο Σέρλοκ Χόλμς χρησιμοποιούσε τη λογική του, το ισχυρότερο όπλο του, για να λύσει με μεθοδικό σύστημα τα δεκάδες μυστήρια που παρουσιάζονταν στο δρόμο του. Το πρότυπο το οποίο χρησιμοποίησε ο Ντόιλ, για να δομήσει το ήρωά του, το πήρε από τον Δόκτορα Μπελ, καθηγητή του στην ιατρική σχολή. Ο Δόκτωρ Μπελ ήταν γνωστός για την ιδιαίτερη ικανότητά του να παρατηρεί και να βγάζει σωστά συμπεράσματα διά της λογικής και της επαγωγικής μεθόδου. Έτσι ο Ντόιλ τα χρόνια της μαθητείας και συνεργασίας του με το συγκεκριμένο καθηγητή τα αξιοποίησε λογοτεχνικά με τον καλύτερο τρόπο εμφυσώντας στον ήρωά του τη διεισδυτικότητα, την οξύνοια και την παρατηρητικότητα του Δόκτορα Μπελ.

   Όμως ο Ντόιλ δεν είναι γνωστός μόνο για τη συγγραφική του δεινότητα. Μια άλλη πλευρά της ζωής του είναι ότι υπήρξε μεγάλος λάτρης του πνευματισμού και συστηματικός ερευνητής των παραφυσικών φαινομένων. Πίστευε με πάθος στην ύπαρξη φαντασμάτων και νεράιδων και σε ολόκληρη τη ζωή του δεν έπαψε να αναζητά μια απάντηση για όλα αυτά τα φαινόμενα τα οποία δεν είναι δυνατόν να συλλάβουμε με τη λογική μας. Οι εξαιρετικά όμως ευαίσθητοι και οξυδερκείς άνθρωποι, όπως ο Ντόιλ, δεν αρκούνται σε στεγανές και κατασκευασμένες μόνο με τη λογική εξηγήσεις του κόσμου. Αναζητούν, επιμένουν, πασχίζουν να αγγίξουν το υπερφυσικό και δεν εγκαταλείπουν την προσπάθεια ακόμη και όταν το μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης χαρακτηρίζει αυτές τις ενασχολήσεις παράλογες ή ανόητες, πράγμα που συνέβη στην περίπτωση του Ντόιλ.
   Σχετικά λοιπόν με αυτή την πτυχή της ζωής του, αξίζει να αναφερθούν ορισμένες λεπτομέρειες που δείχνουν ξεκάθαρα το δυναμικό, ασυνήθιστο και δραστήριο χαρακτήρα του, αλλά και την επιμονή και την αφοσίωσή του σε αυτά που πίστευε. Πιο συγκεκριμένα, το 1893, ο Ντόιλ έγινε μέλος της Βρετανικής Κοινότητας Έρευνας Παραφυσικών Φαινομένων. Ένα χρόνο αργότερα, κάποιος συνταγματάρχης Έλμορ απευθύνθηκε στην κοινότητα αναζητώντας μια εξήγηση για τους ασυνήθιστους ήχους που άκουγε στο σπίτι του. Ο Ντόιλ με άλλα δύο άτομα πήγαν να εξερευνήσουν το χώρο. Μολονότι δε στάθηκε δυνατό να ανακαλύψουν την πηγή αυτών των ήχων, η εύρεση ενός νεκρού δεκάχρονου παιδιού θαμμένου στον κήπο, τόνωσε την πίστη του Ντόιλ ότι είχε έρθει σε επαφή σε παραφυσικά φαινόμενα.
  
Ο μανιώδης αυτός αναζητητής και λάτρης της περιπέτειας το 1893 αποφάσισε να σκοτώσει τον Σέρλοκ Χόμλς στο Τελευταίο Πρόβλημα -κουρασμένος από την εξάρτηση που ένιωθε να του ασκεί ο ήρωάς του- για να τον «αναστήσει» το 1903, μετά από την έντονη πίεση που δέχτηκε από το αναγνωστικό κοινό. Στο χρονικό αυτό διάστημα που μεσολάβησε αφιερώθηκε στη συγγραφή ιστορικών κυρίως κειμένων, αλλά και προπαγανδιστικών υπέρ της αγγλικής πολιτικής. Μάλιστα το 1898 ακολούθησε ως γιατρός τα αγγλικά στρατεύματα στην εκστρατεία του Σουδάν και στον πόλεμο των Μπόερς. Καθώς διέθετε μια έντονα εκκεντρική και ανήσυχη φύση, αποφάσισε να πάρει μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο ως απλός στρατιώτης. Ο ίδιος βγήκε σώος από αυτή τη δοκιμασία, όχι όμως και ο γιος του, ο θάνατος του οποίου αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον του για τον πνευματισμό, το οποίο τα επόμενα χρόνια γινόταν όλο και πιο έντονο.
 
   Το 1917 ο Ντόιλ έδωσε την πρώτη του δημόσια διάλεξη επί του θέματος, αδιαφορώντας για την πιθανή αμαύρωση της υπόληψής του. Παράλληλα έγραψε βιβλία και δεκάδες άρθρα για το θέμα. Το 1920 είχε την τύχη να γνωριστεί με το διάσημο μάγο Χουντίνι μεταξύ των οποίων γεννήθηκε μια δυνατή φιλία. Το στοιχείο που τους ένωνε ήταν το κοινό ενδιαφέρον τους για τον πνευματισμό, παρόλο που ο Χουντίνι ήταν περισσότερο σκεπτικιστής από τον Ντόιλ. Ωστόσο ο Ντόιλ θαύμαζε τον παράξενο μάγο και ούτε μια στιγμή δεν αμφέβαλλε ότι ο Χουντίνι ήταν προικισμένος με υπερφυσικές δυνάμεις, κάτι το οποίο ο ίδιος ο μάγος ποτέ δεν αποδέχτηκε για τον εαυτό του. Την ίδια χρονιά, όμως, η υπερβολική ανάγκη του Ντόιλ να βρει αποδεικτικά στοιχεία για τον πνευματισμό, τον οδήγησε σε μια τραγική κίνηση, η οποία έπληξε ανεπανόρθωτα τη φήμη του.      
   Δημοσίευσε ένα κείμενο στο οποίο υποστήριζε ότι είχε στα χέρια του μια σειρά από φωτογραφίες που απεικόνιζαν νεράιδες. Τις φωτογραφίες αυτές είχαν τραβήξει δυο νεαρές κοπέλες από το Yorkshire. Το θέμα πήρε μεγάλες διαστάσεις. Ο Ντόιλ ήθελε τόσο πολύ να πιστέψει στην αυθεντικότητα των φωτογραφιών, ώστε τις πήγε σε διάφορους ειδικούς ζητώντας την άποψή τους. Όσο κάποιοι του έλεγαν ότι τα αρνητικά δεν είχαν υποστεί καμιά επεξεργασία, τόσο τονωνόταν η πίστη του στην ύπαρξη των μικροσκοπικών πλασμάτων. Τελικά, μόνο αφότου ο Ντόιλ αποφάσισε να τις δημοσιεύσει, αποδείχτηκε ότι οι φωτογραφίες ήταν μία έντεχνη απάτη (ίσως ενάντια στον Ντόιλ). Αλλά ήταν πια αργά. Το πέπλο της αμφιβολίας σχετικά με τη διανοητική κατάσταση του μεγαλοφυούς δημιουργού του Σέρλοκ Χολμς, έπεφτε όλο και βαρύτερο πάνω του.
   Την απάντηση σε όλους εκείνους που κατηγορούσαν εκείνο τον καιρό τον Ντόιλ για έλλειψη κριτικού βάθους και για αφέλεια έδωσε δύο χρόνια αργότερα ο ίδιος, όταν ο Χουντίνι τον προσκάλεσε στην ετήσια συνάντηση των Αμερικάνων Μάγων. Αρχικά ο Ντόιλ αντιμετώπισε με καχυποψία αυτή την πρόσκληση, γιατί ένιωσε πως ίσως κάποιοι ήθελαν να βρουν ευκαιρία να γελοιοποιήσουν για μια ακόμη φορά τον ίδιο και τις πεποιθήσεις του. Γι' αυτό το λόγο, κατόπιν καλού και συστηματικού σχεδιασμού, βρήκε τον κατάλληλο τρόπο, για να προκαλέσει και να εντυπωσιάσει με την έξυπνη στάση του.
   Όταν ήρθε η σειρά του ως επίσημος καλεσμένος να μιλήσει στη συνάντηση, έδειξε σε μια οθόνη κάτι που κανείς δεν είχε μέχρι τότε ξαναδεί: εικόνες από ολοζώντανους κινούμενους δεινόσαυρους. Το απίστευτο θέαμα άφησε άφωνους τους «μάγους» παρευρισκόμενους, αφού οι τεχνικές των «ειδικών εφφέ» βρίσκονταν ακόμη στα σπάργανα και ήταν άγνωστες στο κοινό. Φυσικά, στο ακροατήριο δημιουργήθηκε ένας πανικός. Όταν καταλάγιασε η έκπληξη, ο Ντόιλ εξήγησε ότι αυτό που είδαν δεν ήταν παρά ένα πρώτο δείγμα της καινούριας ταινίας του Willis O' Brien, η οποία βασιζόταν στο έργο του Ντόιλ Ο Χαμένος Κόσμος. Με αυτό τον τρόπο διαφήμισε έξυπνα την ταινία και κέρδισε τις εντυπώσεις, αφού αναμφισβήτητα το «τρυκ» του ήταν το εξυπνότερο και καλύτερο από όλα όσα παρουσιάστηκαν σε εκείνη τη συνάντηση.
 
   Σε όλη την υπόλοιπη ζωή του έμεινε σταθερός στις πεποιθήσεις του, μέχρι που ο θάνατος τον βρήκε στις 7 Ιουλίου 1930 στο Κρόουμποροου, στο Σάσεξ. Λίγες μέρες πριν είχε γράψει: «Ο αναγνώστης θα μπορούσε να βγάλει το συμπέρασμα ότι είχα πολλές περιπέτειες στη ζωή μου. Οι μεγαλύτερες και οι πιο εντυπωσιακές, όμως, με περιμένουν τώρα».